BREAKING NEWS
latest

ΕΠΙΒΙΩΣΗ

ΕΠΙΒΙΩΣΗ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ιδανική παιδεία και η διαμόρφωση του τέλειου πολίτη


Ο Πλάτων στους «Νόμους, 643.d.6 – 644.b.4» έχει αποτυπώσει την άποψη των Ελλήνων σχετικά με την Παιδεία. Δραματικός χώρος του διαλόγου είναι η Κρήτη και στη συζήτηση παίρνουν μέρος ένας ανώνυμος Αθηναίος, ο Κρητικός Κλεινίας και ο Σπαρτιάτης Μέγγιλος. Αντικείμενο –όπως και στην Πολιτεία – είναι η οικοδόμηση ενός φανταστικού πολιτεύματος, η εύρυθμη λειτουργία του οποίου εξαρτάται από μια ιδεατή νομοθεσία.

Η συζήτηση ξεκίνησε από την απορία του Αθηναίου σχετικά με τη λειτουργία των συσσιτίων και της στρατιωτικής εκπαίδευσης στις πόλεις καταγωγής των συνομιλητών του, οι οποίοι υποστήριξαν ότι αυτά, όπως και οι υπόλοιποι νόμοι και θεσμοί, αποσκοπούσαν στην επιτυχή διεκπεραίωση των πολέμων, επομένως στην καλλιέργεια της αρετής της ανδρείας. Ο Αθηναίος δήλωσε ότι δεν πίστευε πως οι νομοθέτες θα θέσπιζαν τους νόμους τους αποσκοπώντας στην καλλιέργεια ενός μόνο μορίου της αρετής, την ανδρεία.

Mας λέγει λοιπόν :

“Αθηναίος : Όποιος άνθρωπος έχει σκοπό να γίνει ενάρετος σε ό,τι τον ενδιαφέρει, πρέπει να ασχολείται από την πρώτη του παιδική ηλικία αστεία και σοβαρά με τα σχετικά ζητήματα του κλάδου του. Όποιος θέλει, παραδείγματος χάριν, να γίνει καλός γεωργός ή οικοδόμος, ο δεύτερος πρέπει να παίζει χτίζοντας κανένα παιδιάστικο οικοδόμημα, κι ο πρώτος να καλλιεργεί τη γη. Κι όποιος ανατρέφει τον καθένα απ' αυτούς τους δυο, πρέπει να τους φτιάχνει μικρά εργαλεία, απομιμήσεις των αληθινών. Επίσης όσα μαθήματα πρέπει να μάθει, να τα προμελετά. Ο οικοδόμος, λόγου χάριν, να μάθει να χρησιμοποιεί το μέτρο, ή το νήμα της στάθμης και ο πολεμιστής να καβαλλικεύει παίζοντας τα άλογα ή κάμνοντας κάτι παρόμοιο, και να προσπαθεί ο νομοθέτης με τα παιχνίδια να στρέφει τις απολαύσεις και τις επιθυμίες των παιδιών εκεί όπου όταν φτάσουν πρέπει να τελειώσουν. Βασικό, λοιπόν, σκοπό της παιδείας νομίζουμε την σωστή ανατροφή που, με το παιχνίδι, θα οδηγήσει όσο το δυνατό αποτελεσματικότερα την ψυχή του παιδιού ν' αγαπήσει με όλη του την ύπαρξη εκείνο, στο οποίο όταν γίνει άντρας, θα παραστεί ανάγκη να είναι τέλειος.

Ας μην αφήσουμε αόριστη την περιγραφή της παιδείας. Όταν επικρίνουμε ή επαινούμε την ανατροφή κάποιου και λέμε ότι είναι πεπαιδευμένος ή απαίδευτος, μερικές φορές χρησιμοποιούμε τον πρώτο όρο και για ανθρώπους που ξέρουνε καλά το επάγγελμά τους - τους ναυτικούς ή τους έμπορους ή και άλλους. Ας δεχτούμε όμως, για χάρη της συζήτησης, ότι δεν εννοούμε αυτό το πράγμα αλλά την παιδεία που από την παιδική ηλικία οδηγεί τον άνθρωπο στην αρετή και του προκαλεί ισχυρή επιθυμία να γίνει ένας τέλειος πολίτης που ξέρει να κυβερνά ή να κυβερνιέται σύμφωνα με το δίκαιο. Θα ήθελα να ξεχωρίσουμε αυτό το είδος της τροφής από τις υπόλοιπες και να την θεωρήσουμε πραγματικά την μόνη παιδεία. Αντίθετα, την παιδεία που αποβλέπει στην απόκτηση χρημάτων ή δύναμης ή σοφίας χωρίς λογική και δικαιοσύνη, θα πρέπει να την θεωρούμε ανελεύθερη και βάναυση – κάτι δηλαδή που δεν αξίζει να ονομάζουμε Παιδεία. Ας μη μένουμε όμως πολύ στις λέξεις. Αφού συμφωνήσουμε στον ορισμό, ας δεχτούμε αυτό που εννοεί. Ότι εκείνοι που ορθά [εκ]παιδεύονται γίνονται σχεδόν αγαθοί. Δεν πρέπει, επομένως, σε καμία περίπτωση να ατιμάζουμε [υποτιμάμε] την παιδεία, γιατί είναι το πιο σημαντικό πράγμα στην παραγωγή άριστων ανθρώπων. Και αν κάποτε ξεφεύγει από τον προορισμό της, οφείλουμε να την ξαναφέρνουμε στον ορθό δρόμο με κάθε μέσο που διαθέτουμε. Έτσι πρέπει να δρούμε το κατά δύναμη πάντα στην διάρκεια του βίου μας.




ΑΘ. Λέγω δή, καί φημι τὸν ὁτιοῦν ἀγαθὸν ἄνδρα μέλλοντα ἔσεσθαι τοῦτο αὐτὸ ἐκ παίδων εὐθὺς μελετᾶν δεῖν, παίζοντά τε καὶ σπουδάζοντα ἐν τοῖς τοῦ πράγματος ἑκάστοις προσήκουσιν. οἷον τὸν μέλλοντα ἀγαθὸν ἔσεσθαι γεωργὸν ἤ τινα οἰκοδόμον, τὸν μὲν οἰκοδομοῦντά τι τῶν παιδείων [643c] οἰκοδομημάτων παίζειν χρή, τὸν δ’ αὖ γεωργοῦντα, καὶ ὄργανα ἑκατέρῳ σμικρά, τῶν ἀληθινῶν μιμήματα, παρασκευάζειν τὸν τρέφοντα αὐτῶν ἑκάτερον, καὶ δὴ καὶ τῶν μαθημάτων ὅσα ἀναγκαῖα προμεμαθηκέναι προμανθάνειν, οἷον τέκτονα μετρεῖν ἢ σταθμᾶσθαι καὶ πολεμικὸν ἱππεύειν παίζοντα ἤ τι τῶν τοιούτων ἄλλο ποιοῦντα, καὶ πειρᾶσθαι διὰ τῶν παιδιῶν ἐκεῖσε τρέπειν τὰς ἡδονὰς καὶ ἐπιθυμίας τῶν παίδων, οἷ ἀφικομένους αὐτοὺς δεῖ τέλος ἔχειν. κεφάλαιον δὴ παιδείας [643d] λέγομεν τὴν ὀρθὴν τροφήν, ἣ τοῦ παίζοντος τὴν ψυχὴν εἰς ἔρωτα μάλιστα ἄξει τούτου ὃ δεήσει γενόμενον ἄνδρ’ αὐτὸν τέλειον εἶναι τῆς τοῦ πράγματος ἀρετῆς· ὁρᾶτε οὖν εἰ μέχρι τούτου γε, ὅπερ εἶπον, ὑμῖν ἀρέσκει τὸ λεχθέν.

Μὴ τοίνυν μηδ’ ὃ λέγομεν εἶναι παιδείαν ἀόριστον γένηται. νῦν γὰρ ὀνειδίζοντες ἐπαινοῦντές θ’ ἑκάστων τὰς τροφάς, λέγομεν ὡς τὸν μὲν πεπαιδευμένον ἡμῶν ὄντα τινά, [643e] τὸν δὲ ἀπαίδευτον ἐνίοτε εἴς τε καπηλείας καὶ ναυκληρίας καὶ ἄλλων τοιούτων μάλα πεπαιδευμένων σφόδρα ἀνθρώπων· οὐ γὰρ ταῦτα ἡγουμένων, ὡς ἔοικ’, εἶναι παιδείαν ὁ νῦν λόγος ἂν εἴη, τὴν δὲ πρὸς ἀρετὴν ἐκ παίδων παιδείαν, ποιοῦσαν ἐπιθυμητήν τε καὶ ἐραστὴν τοῦ πολίτην γενέσθαι τέλεον, ἄρχειν τε καὶ ἄρχεσθαι ἐπιστάμενον μετὰ δίκης. ταύτην [644a] τὴν τροφὴν ἀφορισάμενος ὁ λόγος οὗτος, ὡς ἐμοὶ φαίνεται, νῦν βούλοιτ’ ἂν μόνην παιδείαν προσαγορεύειν, τὴν δὲ εἰς χρήματα τείνουσαν ἤ τινα πρὸς ἰσχύν, ἢ καὶ πρὸς ἄλλην τινὰ σοφίαν ἄνευ νοῦ καὶ δίκης, βάναυσόν τ’ εἶναι καὶ ἀνελεύθερον καὶ οὐκ ἀξίαν τὸ παράπαν παιδείαν καλεῖσθαι. ἡμεῖς δὴ μηδὲν ὀνόματι διαφερώμεθ’ αὑτοῖς, ἀλλ’ ὁ νυνδὴ λόγος ἡμῖν ὁμολογηθεὶς μενέτω, ὡς οἵ γε ὀρθῶς πεπαιδευμένοι σχεδὸν ἀγαθοὶ γίγνονται, καὶ δεῖ δὴ τὴν παιδείαν [644b] μηδαμοῦ ἀτιμάζειν, ὡς πρῶτον τῶν καλλίστων τοῖς ἀρίστοις ἀνδράσιν παραγιγνόμενον· καὶ εἴ ποτε ἐξέρχεται, δυνατὸν δ’ ἐστὶν ἐπανορθοῦσθαι, τοῦτ’ ἀεὶ δραστέον διὰ βίου παντὶ κατὰ δύναμιν.

Μτφρ. Β. Μοσκόβης. 1988. Πλάτωνος Νόμοι. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Το είδαμε εδώ  

Έρως, ο ανώτατος άθλος του ανθρώπου


Αρχικώς θα τονίσουμε ότι αφενός το ισχυρότερο όπλο του ανθρώπου, η σημαντικότερη δυνατότητα, που του δόθηκε στον αγώνα του να προσεγγίσει το “Είναι” (όντως ύπαρξη), την τελειότητα & το όλον, είναι ο Έρως : Άλλωστε όπως λέγει ο Σωκράτης του «Συμποσίου, 192.e.10 – 193.a.1» : «Του ολοκλήρου η επιθυμία και η ορμή έχει το όνομα έρως – τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα»!.

Άλλωστε ο αιώνας του σύμπαντος αισθητοποιεί την κίνησή του απάνω στην διαδοχική ταλάντωση που ενεργεί το φαινόμενο του αφανισμού και της ξαναδημιουργίας. Έτσι το σημείο που σχεδόν συναγγίζεται η ανθρώπινη ύπαρξη με έναν απο τους βαθύτερους νόμους της φύσης είναι το ενικό γεγονός του έρωτα και του θανάτου. [1]

Αφετέρου ότι η ουσία της ανθρώπινης φύσης συνοδεύεται σταθερά από την «αρχή του Αντιθέτου». Άλλωστε «ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίην» έλεγε ο Ηράκλειτος (απ. Νο.8).

Ο αυθεντικός έρωτας, δηλ., προϋποθέτει την υποταγή στην αρχή της κοσμικής αντίφασης.

Το ίδιο όμως και ο ίμερος, η αντιφατική σύσταση της ερωτικής ορμής, χαρακτηρίζεται από δύο συστατικές αρχές : την ηδονή και τη οδύνη ως στέρηση & κορεσμός μαζί, λαχτάρα και αποστροφή μαζί, δάκρυ και γέλωτας μαζί – «δακρυόεν γελάσασα» στον Όμηρο![2]

Μάλιστα η Σαπφώ – η αιολική ποιήτρια που ο ερωτικός της άθλος ταυτίζεται με τα έργα του Ηρακλή - είχε εφεύρει νέα μονάδα μέτρησης του ίμερου, την οποία δίνει η οργανική σύγκραση του “πόθου” και του “πόνου”. Όλη η ποίηση της Σαπφώς είναι αυτό το αρχιμήδειο «εύρηκα» της ερωτικής Φυσικής.

Κατά αυτή την έννοια η ουσία του Ίμερου είναι ο «πόθος» ως αμφίσημο έρεισμα του «πάθους». Από το «ποθώ» που αντιστοιχεί στο «έχειν και μη έχειν» (που ως άλλο σωκρατικό «Ἐν οἶδα, ὅτι οὐδέν οἶδα» καταδεικνύει την γνώση της απουσίας και την άγνοια της παρουσίας, ή την παρουσία της άγνοιας και την απουσία της γνώσης.) και στο «πάσχω» που δηλοί το Ηρακλείτειο «εἶμέν τε καὶ οὐκ εἶμεν – είμεθα και δεν είμεθα» (που καταδεικνύει την οντολογική πραγματικότητα του ανθρώπου : είμαστε της στιγμής : μια αείροη παρουσία – απουσία.). Μάλιστα ο ίμερος στον Όμηρο, στην Ιλιάδα ραψωδία Ψ’ σ. 14, είναι γείτονας του θρήνου : «και μεταξύ τους η Θέτις τον ίμερο του γόου όρθωσε – μετὰ δέ σφι Θέτις γόου ἵμερον ὦρσε».

Ως εκ τούτων μόνο ο ερωτικός δεσμός που πληρούται από την οδύνη του θανάτου είναι γνήσιος, μιας και μόνο τότε η ερωτική πλησμονή είναι ευγένεια της πενίας και αρχέγονη στέρηση απέναντι στο τέλειο και στο απόλυτο, στις αρχετυπικές καταβολές του όντος. Με άλλα λόγια μόνο ο ερωτικός δεσμός που στο σμίξιμο έχει την ένταση και την ποιότητα που μετριέται και βρίσκεται ισόμετρη προς την ένταση και τη σκληρότητα του θανάτου! Άλλωστε η ταύτιση του έρωτα και του θανάτου, κατά το ηρακλείτειο «Άδης και Διόνυσος εν και το αυτό - ὡυτὸς δὲ Ἀίδης καὶ Διόνυσος», πρακτικά σημαίνει ότι η ερωτική ζωή είναι συνυφασμένη με τον πόνο. Ένα είδος πόνου ζωντανού, που δεν γαυριά, αλλά ούτε πραΰνεται ούτε μετριάζεται ούτε τελειώνει [3] – (εξ ου και η συνηθισμένη μορφή του έρωτα της υπερ-πλειοψηφίας των ανθρώπων είναι ολονυκτία καρικών γυναικών & σκηνοπηγία πτωμάτων).

Μάλιστα, για του λόγου το αληθές, μέσα στην ιστορία της παγκόσμιας τέχνης υπάρχουν πάμπολα παραδείγματα που το αποδεικνύουν. Υπάρχει, όμως, ένα παράδειγμα που το δείχνει με ξεκάθαρο τρόπο: είναι η συναπαντή του Φάουστ και της Μαργαρίτας. Με αυτή, ο Γκαίτε θα χτίσει έναν μεγάλο έρωτα στην ιστορία της παγκόσμιας τέχνης. Έναν έρωτα που θα τον εξορύξει από τα κρύσταλλα της μεγάλης έμπνευσης. Τα υλικά του θα τα λάβει από τη στέρνα του Ομήρου με την Ανδρομάχη, του Δάντη με τη Βεατρίκη, του Πλάτωνα με τη Διοτίμα, του Σαίξπηρ με την Ιουλιέττα, του Ευριπίδη με την Μήδεια και την Άλκηστη. Και όχι αλλιώτικα, παρά καθώς όλοι εκείνοι οι μεγάλοι ερωτολόγοι, την ουσία του έρωτα θα την αποκαλύψει στην καταστροφή και την οδύνη.

Εν ολίγοις, ο Γκαίτε μας ξαναέδωσε με τη σειρά του το απόσταγμα της παλαιής σοφίας: ο έρωτας που δε φέρνει μέσα του σπόρο τη συφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας!

Έτσι καθώς θα τελειώσει η τρυφερή ιστορία, η μικρή Μαργαρίτα θα βρεθεί χρεωμένη με πολλαπλό άγος. Θα σκοτώσει το εξώγαμο μωρό της. Θα φαρμακώσει τη μητέρα της. Θα σταθεί αφορμή να σφαχτεί ο στρατιώτης αδερφός της. Θα δικάσει τον εαυτό της να της κοπεί το κεφάλι από τον ουδέτερο δήμιο. Και όλα αυτά τα φοβερά θα τα κάνει η Μαργαρίτα. Η παιδίσκη η ακηλίδωτη. Που πριν απαντήσει τον έρωτα, έζησε καθαρή όσο μια σταγόνα δροσιάς στο κύπελλο της αυγής. 

Ο ορισμός, λοιπόν, που δόθηκε στον έρωτα, και που όλοι οι ποιητές τον διατύπωσαν με τα δικά τους λόγια ο καθένας, είναι ο ακόλουθος : έρωτας είναι τέχνη του να φεύγεις, έτσι που η σφαγή που νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από την σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις. Αν εκείνος πονάει τρεις, εσύ να πονέσεις εννιά.[4]

Φανταστείτε μια ερωτευμένη γυναίκα (ή έναν ερωτευμένο νέο αντίστοιχα) που περιμένει τον εραστή/αγαπημένο της (ή την ερωμένη/αγαπημένη του αντίστοιχα), ο πόνος της έλλειψης που νιώθει….. δεν συγκρίνεται με τίποτα.

Η γυναίκα όμως είναι η ευνοημένη της ερωτικής εκλογής, οι δεσμοί της με τον ίμερο/έρωτα είναι πολύ πιο οικείοι και ισχυροί από τους δεσμούς του άντρα και η μετοχή της στο ερωτικό αγαθό της χορηγεί ηγεμονικά προνόμια. Ακόμα και σε καθαρά υλική σφαίρα την ευαισθησία της στις προσβολές του ρίγους, που συνοδεύει την γενετήσια πράξη, χαρακτηρίζει εύνοια. Η Ελληνική μυθολογία μας παραδίδει την σχετική διένεξη των φύλων και την κρίση του ερμαφρόδιτου Τειρεσία, ο οποίος ελεεινολόγησε την ηδονιστική πενία του αρσενικού. «Αν είναι δέκα τα μερίδια ευχαρίστησης κατά την συνουσία, το ένα ανήκει στον άνδρας και τα υπόλοιπα στην γυναίκα – δέκα μοιρῶν περὶ τὰς συνουσίας οὐσῶν τὴν μὲν μίαν ἄνδρας ἥδεσθαι, τὰς δὲ ἐννέα γυναῖκας» είπε ο Τειρεσίας. [5]

Στον έρωτα δηλ. όλα γίνονται για το θηλυκό! Η Φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατελείωτη προσφορά, και θεία στέρηση για το θηλυκό. Πάντα, όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας : γιατί όταν το θηλυκό είναι θηλυκό, την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη, την έχει ο άντρας. Στην διαλεκτική με τον έρωτα η γυναίκα λαμβάνει 1 μέρος ερωτικής απουσίας & 9 μέρη ερωτικής παρουσίας, ενώ ο άνδρας το αντίστροφο (εξ ου και άλλοτε ο ένας και άλλοτε ο άλλος δεν “χορταίνουν” την πείνα τους, και το αποτέλεσμα είναι γνωστό).

Όμως o έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί και ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δυο όψεις του ίδιου προσώπου : επί παραδείγματι ένας δημοτικός 15-σύλλαβος που λέγει: «Τι έρωτας, τι θάνατος, δεν έχει να διαλέξεις» αλλά κυρίως ο Ηράκλειτος που έλεγε: «Άδης και Διόνυσος εν και το αυτό - ὡυτὸς δὲ Ἀίδης καὶ Διόνυσος» το επικυρώνει και κάνει τον Έρωτα να είναι η ιερογλυφική ονομασία του θανάτου και αντίστροφα! Ως εκ τούτου, και παραφράζοντας τα λόγια του Τειρεσία, αν «είναι δέκα τα μερίδια ερωτικού πόνου (μικρού θανάτου), το ένα ανήκει στον άνδρα και τα υπόλοιπα στην γυναίκα» : η σφαγή που βιώνει η γυναίκα, ο πόνος που νιώθει, ο βαθμός που πάσχει είναι ανάλογος.

Στην διαλεκτική με τον ερωτικό πόνο - ως μικρό θάνατο – η γυναίκα λαμβάνει 1 μέρος θανατηφόρου παρουσίας και 9 μέρη θανατηφόρου απουσίας, ενώ ο άνδρας το αντίστροφο – εξ ου και τον θάνατο οι γυναίκες τον αντιμετωπίζουν ξεσκίζοντας τα μάγουλά τους, κυρίως όμως με γοερά μοιρολόγια που σε ένταση και δυναμική δεν έχουν να ζηλέψουν σε τίποτα την ερωτική κορύφωση!

Εξ όλων αυτών συμπεραίνουμε ότι ο ερωτικός πόνος της «απαρνημένης» είναι ο ανώτατος άθλος του ανθρώπου και μόνο αυτός αρκεί για να την ανυψώσει ως τα γόνατα των θεών !! [6]

Κατά αυτή την έννοια λέμε ότι το τιμιότερο έργο που θα είχε να παρουσιάσει ο άνθρωπος σαν απολογία μπροστά στην θεότητα και να το επικαλεσθεί για να μαρτυρήσει την αγωνιστική προθυμία του, δεν είναι ούτε η αρχιτεκτονική ούτε η μουσική τέχνη, αλλά μια ερωτευμένη γυναίκα, που ατενίζει ήρεμα από το παράθυρό της τη νύχτα και διαλέγεται με τα σκοτάδια της ερωτικής απουσίας της![7]

*******Μάλιστα τα ερωτικά έργα της γυναίκας αντιπροσωπεύουν την ανώτερη επίδοση του ανθρώπου και ουδέποτε θα μπορέσουμε να τα υμνήσουμε άξια! Και ακόμη πιο πέρα: τα μεγάλα έργα του ανθρώπου, που καθρεφτίζουν την ανεξάντλητη δυνατότητα της ανδρικής φύσης, δεν ημπορούν να υπομείνουν τη δοκιμασία της σύγκρισης με τα ερωτικά έργα της γυναίκας, εφόσον είναι αληθινά. Μάλιστα από την άποψη της ανδρείας ότι είναι ο ήρωας άνδρας ανάλογο και αντίστοιχο του είναι η ερωτευμένη γυναίκα, τα μεγάλα όμως κατορθώματα του ήρωα άνδρα υστερούν μπροστά σε θαυμάσια έργα εκείνης. Άλλωστε γνωστό είναι ότι η γυναίκα υπήρξε η μούσα της δημιουργίας. Οι μεγάλοι διδάσκαλοι του ανθρώπου δεν εζήτησαν να τους φωτίσουν οι θεοί, για να κάμουν το όραμά τους έργο. Εζήτησαν ταπεινά την συμπαράσταση και την εύνοια της γυναίκας, της μούσας! Η γυναίκα ανοίγει τις πύλες της ανδρικής ψυχής, αποσφραγίζει τους καταρράκτες του ίμερου/έρωτα, φέρνει τον άντρα σε φωτισμό και του διδάσκει του έρωτα. Είναι η σωκρατική Διοτίμα. Ταυτόχρονα όμως κατευθύνει την ερωτική του ορμή, καθοδηγεί την πορεία, εξευγενίζει το ήθος και ημερώνει την πράξη του. Αυτή την φορά είναι η φαουστική Μαργαρίτα. Ο έρωτάς της συνενώνει τη γνώση και την πράξη στη μεγαλειώδη σύνθεση, που ανεβάζει τον άντρα επάνω : το αιώνιο θηλυκό μας τραβάει ψηλά – όπως έλεγε ο Φάουστ! Η γυναίκα συνοδοιπόρος του άνδρα στην οδυνηρή του πορεία, εμπνεύστρια, φρουρός και οδηγήτρια, θα μεταλλάξει την οργή καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Ο μεγάλος, μάλιστα, λυρικός ποιητής & πεζογράφος Ράινερ Μαρια Ρίλκε (Rainer Maria Rilke) γνώρισε τη βαθειά φύση της γυναίκας όσο λίγοι και περιέγραψε το χρέος της προς τον άνδρα και τον Κόσμο με τρόπο απλό : συγκράτα τον! Έτσι η αντίληψη που θέλει το έργο του πολιτισμού να κατοπτρίζει τη δημιουργία του άντρα μόνο [ήρωες, νομοθέτες, φιλόσοφοι, ποιητές], είναι παντελώς λάθος, μιας και παραβλέπει το γεγονός ότι η παρουσία της γυναίκας υπήρξε όρος εκ των «sine qua non, δηλαδή απαραίτητη προϋπόθεση»). Εξίσου λανθασμένο όμως είναι και το σύγχρονο κίνημα για την αποκατάσταση της γυναίκας (φεμινισμός), ανεξάρτητα αν εκφράζει τη δίκαιη αντίδραση στην πολυαιώνια υποτίμησή της, και αυτό διότι στηρίζεται στην εξωτερική όψη της δύναμης της γυναίκας αλλά παραβλέπει την πηγή της. Δυστυχώς. Και αυτό είναι μέγα λάθος. Ο φεμινισμός σήμερα κινδυνεύει να περιπέσει στη χονδροκόπο και άκριτη εξομοίωση των φύλων με την αγνόηση της φυσικής διαφοράς τους. Εκείνης της διαφοράς που καθρεπτίζεται στην μακάρια σύμπλεξη του αρχαίου γυμνού, που ηρεμεί ανάμεσα στον κοίλο Ερμή και στην κυρτή Αφροδίτη. Ο φεμινισμός αξιώνει και οι δύο θεοί να ευρίσκονται στην ίδια στάση. Εν ολίγοις η γυναίκα αντί να επιδιώκει την επανενθρόνιση της στο θρόνο της μούσας, κυνηγά μετά μανίας αφενός ανούσια και αφετέρου επικίνδυνα πράγματα!).[8] *******

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κατά μία εκδοχή απαρνημένη και εγκαταλελειμμένη από τον Θησέα στην νήσο Δία/Νάξο Αριάδνη. Έπειτα ο Διόνυσος παντρεύεται την απαρνημένη που λαμβάνει δώρο από την Αφροδίτη και τις Ώρες ένα χρυσό στεφάνι. Η Αριάδνη μετά τον θάνατό της καταστερίζεται από τον Διόνυσο μαζί με το στεφάνι της ως Βόρειος Στέφανος (Γκέμμα)!!

Μια άλλη μορφή με την ίδια όμως ποιότητα και δυναμική είναι η Πηνελόπη, που ζει το κλίμα της απουσίας είκοσι έτη. Μάλιστα η Πηνελόπη δεν αποτελεί απλά ένα οικοδομικό εράνισμα στο γενικό σχέδιο της Οδύσσεια. Εάν το κεντρικό πρόβλημα του ομηρικού έπους είναι η δραματική κίνηση του ήρωα πάνω από καταιγίδες και κατακλυσμούς, που μέλλουν να τον οδηγήσουν στην τελική του υπαρκτική αυτό-βεβαίωση, την ίδια πορεία πρέπει να περπατήσει και η Πηνελόπη στην σιωπή και την απουσία – η άλλη μορφή των κινδύνων και των τεράτων του ομηρικού ήρωα – για να φθάσει στην δική της υπαρκτική αυτό-βεβαίωση, στην επιστροφή του αγαπημένου. Η Πηνελόπη πρέπει να καταταχθεί στις «απαρνημένες» και αξίζει περισσότερο από τον Οδυσσέα, τον ήρωα!![9]

Παράδειγμα είναι και η Ηρώ, η κόρη που με τον λύχνο (το άστρο) καθοδηγεί κατά την ενύπνιο διαδικασία τον αγαπημένο της να έρθει προς αυτή : η παρθένος κόρη που από τον πύργο της στην Σηστό του Βοσπόρου/Ελλήσποντου αγναντεύει τα αντικριστά ασιατικά παράλια και την εκεί πόλη της Αβύδου, περιμένοντα τον αγαπημένο της «ἱμερόει Λέανδρο – θελκτικό Λέανδρο» να έρθει κολυμπώντας από την μία άκρη στην άλλη, καθώς ήτο κάτοικοι αντικριστών πόλεων και κατά συνέπεια πολικά αντίθετα!

Το σπουδαιότερο όμως παράδειγμα είναι η Μαγδαληνή : Η Μαγδαληνή, η νύφη στα νερά. Συντροφιά με Νημερτή και Κυμοθόη, με Δωτώ και Πρωτώ, με Δεξαμένη και Φέρουσα. Είναι η σύνοδος και η συμβολή σε πολιτείες και πύλες παλαιές. Το Δίπυλο, η Τρίπολη, η Πεντάπολη, το Σεπτιμόντιο, ο Επτάλοφος. Στην μορφή της Μαγδαληνής συρρέουν και όρχουνται όλες οι θεμελιώδεις κατηγορίες του θηλυκού στην διαλεκτική του με τον άντρα: Η αγία μητέρα Ιοκάστη. Η σταμνοφόρος στο φιλιατρό του πηγαδιού. Η μοιχαλίδα, που κυνηγιέται να λιθασθεί από τον όχλο στην πλατιά ρούγα. Η πόρνη στο πανδοχείο της νύχτας, που δίνει τους μαύρους κρίκους των ματιών της, για να πάρει τα δηνάρια του στρατιώτη της λεγεώνας των Αγριοχοίρων. Η μυροφόρος, όταν πλένει με αλόη τα πόδια του άντρα εραστή, και τα σπογγίζει με το λαιμό και τα μαλλιά της. Και η άλλη Μαρία, που γονατίζει σιωπηλή μπροστά στα μάτια του δασκάλου, και διαλέγει την αγαθή μερίδα. Να ακούει. Να ακούει τα λόγια του, την ώρα που στάζει τη δροσιά της αυγής το περιβόλι. Η Μαγδαληνή δεν προπέμπει τον Ιησού στον Άδη, όπως έκαμε η Κίρκη, η Σίβυλλα και η Λιβιδώ. Αντίθετα, υποδέχεται τον άντρα που αγάπησε στους κήπους και στις ελιές, όταν εκείνος θα γυρίσει από την έκπληξη του θανάτου. Υποδέχεται, δηλ., και φιλοξενεί τον αιώνιο χωρισμό, ζωντανό και λειτουργικό και νύσσοντα στη συνείδηση της. Και τον μεταμορφώνει σε βασική θυρίδα των διαλογισμών της, όσο χρόνο της μέλλεται να ζήσει. Της μένει τώρα α θυμάται. Να θυμάται τον κλονισμό του φευγαλέου, και τους δονητούς οίστρους. Την στάση την αρχαία με τα ανοιχτά γόνατα και τα ανοιχτά μάτια. Και τις φωνές της, καθώς ανέβαινε στην παραλαλιά, όταν τις μεθούσε το σπίρτο του ονείρου. Έτσι στέκεται, και έτσι παντυχαίνει. Τον ζητεί καθισμένη στο λευκό μνημείο της απουσίας. Και σιγά – σιγά μαθαίνει να τρώει και να πίνει τη θύμηση του, όπως οι άλλοι τρώνε και πίνουν το κρασί και τον άρτο. Και κλαίει. Κλαίει ήσυχα, τραβηγμένη σε παράμερο μέρος. Γιατί τώρα είναι που έμαθε ότι δε θα τον ξαναγγίξει ποτέ. Εκείνο το αγρίμι, που αγκάλιαζε τρέμοντας κάτω από τα αγκάθια του λευκού θάμνου στους λόφους, έγινε το λευκό σημείο στα βάθη του σύμπαντος. Είναι και στέκει εκεί με το θάνατο του άστρου, τον αφεγγή και παγωμένο στους αιώνες αιώνων. Στην Μαγδαληνή ότι μένει είναι η μνήμη. Μονιά και μνημείο στο μυαλό της. Μέσα της έχει το λατομείο του μαρμάρου για τα αγάλματα, και την αλωνιά του σταριού για τους άρτους. Την σκηνή του κήπου τη σκέπασαν τα στερνά του λόγια : Μαρία με τα γλαρά μάτια, δεν θα μ’ αγγίξεις πια![10]

Κεφάλας Ευστάθιος [Αμφικτύων] (15/12/2008, Ελλάς)


[1] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Ο Νηφομανής – η ποιητική του Σεφέρη, σελ. 37».
[2] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 190.

[3] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 201 & 351 – σχόλιο 212,12 – 26 & σχόλιο 213,22.

[4] Βλ Λιαντίνης Δημήτριος «Γκέμμα», σελ. 170.

[5] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 202 – 203.

[6] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 200.

[7] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 202.

[8] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 201 – 208

[9] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Έξυπνον Ενύπνιο – Οι Ελεγείες του Duino του Rilke», σελ. 195.

[10] Βλ. Λιαντίνης Δημήτριος «Γκέμμα», σελ. 197-198.

Το είδαμε εδώ


Δημόκριτος: Σχετικά με την ευδιαθεσία και την ψυχική γαλήνη


Γιατί την ψυχική γαλήνη τη φέρνει στους ανθρώπους η συγκρατημένη διασκέδαση και η σύμμετρη ζωή. Η στέρηση και η υπεραφθονία τείνουν να μετατρέπονται στο αντίθετό τους και να προκαλούν στην ψυχή μεγάλες κινήσεις· και οι ψυχές που κινούνται σε μεγάλη έκταση δεν είναι ούτε ευσταθείς ούτε γαλήνιες.

 Πρέπει λοιπόν να έχει κανείς το νου του σε πράγματα που ανταποκρίνονται στις δυνάμεις του και να είναι ευχαριστημένος με αυτά που έχει. Να μη δίνει μεγάλη σημασία στα όσα ζηλεύουν ή θαυμάζουν οι πολλοί και να μην τα σκέφτεται συνεχώς. Να κοιτάζει πώς ζουν οι ταλαίπωροι και να συναισθάνεται πόσο υποφέρουν. 

Με αυτό τον τρόπο, τα πράγματα που είναι κοντά του και τα έχει στη διάθεσή του μπορεί κάλλιστα να του φανούν μεγάλα και αξιοζήλευτα· η ψυχή του δεν θα υποφέρει πια επιθυμώντας περισσότερα. Γιατί όποιος θαυμάζει τους ανθρώπους που έχουν πλούτη και μακαρίζονται από τους άλλους, όποιος εντρυφεί συνεχώς στις αναμνήσεις του, αναγκάζεται να σκαρφίζεται πάντοτε κάτι καινούριο και να σπρώχνεται από την επιθυμία του σε πράξεις ανεπανόρθωτες και παράνομες.

 Γι᾽ αυτό ακριβώς δεν πρέπει κανείς να ψάχνει για πράγματα που είναι μακριά του, παρά να ικανοποιείται με τα όσα είναι κοντά του, συγκρίνοντας τη ζωή του με τη ζωή εκείνων που βρίσκονται σε χειρότερη θέση. Έχοντας στο νου του πόσα υποφέρουν εκείνοι, πρέπει να μακαρίζει τον εαυτό του για το πόσο καλύτερα ζει ο ίδιος. Γιατί αν το βάλεις αυτό καλά στο νου σου, θα ζεις πιο γαλήνια και θα αποτρέψεις όχι λίγα κακά στη ζωή σου -το φθόνο, τη ζήλια και την κακεντρέχεια.

(μετάφραση Δ. Κούρτοβικ)

Το είδαμε εδώ   



Επιστήμη και Φιλοσοφία

"Η Επιστήμη είναι μια ανακάλυψη των νόμων που συνδέουν τις αιτίες με τα αποτελέσματα, μια μεγαλύτερη γνώση της Φύσης, του Σύμπαντος και του εαυτού μας." Χόρχε Α. Λιβράγκα



Η σχέση μεταξύ Επιστήμης και Φιλοσοφίας είναι πολύ σημαντική για την ανακάλυψη της φύσης των όντων, για τη γνώση, την περιγραφή και την εκτίμηση της σημασίας τους. Και οι δύο αυτές δραστηριότητες του ανθρώπινου πνεύματος αποτελούν εκδηλώσεις της ίδιας γνωσιολογικής ανάγκης και αλληλοεπηρεάζονται ουσιαστικά. Ας θυμηθούμε τη φράση που υπήρχε στην πύλη της εισόδου της πλατωνικής Ακαδημίας: "Ουδείς αγεωμέτρητος εισείτω". 

Η Φιλοσοφία χρειάζεται την αισθητή υποστήριξη της Επιστήμης κι αυτή, με τη σειρά της, χωρίς τη Φιλοσοφία, χάνει σε βάθος, κριτικό πνεύμα και δημιουργική δραστηριότητα. Η φιλοσοφία θα ήταν, λοιπόν, για την επιστήμη, ό,τι η ψυχή για το σώμα ή η μορφή για την ύλη. Πολλές φορές συγχέεται η Φιλοσοφία της Επιστήμης με την Ιστορία της Επιστήμης. Είναι, όμως, δύο διαφορετικά πεδία, αν και είναι βέβαιο ότι, οποιαδήποτε προσπάθεια φιλοσοφικής προσέγγισης της επιστήμης, αναγκαστικά, θα πρέπει να βασίζεται σε κάποια ιστορική προοπτική σχετικά με την εξέλιξη των ιδεών μέσα σ'ένα συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο. Η Φιλοσοφία της Επιστήμης, όπως και η Φιλοσοφία της Ιστορίας, είναι πάντοτε φιλοσοφία. Και η φιλοσοφία, είτε γίνεται για την επιστήμη, την τέχνη, για την πολιτική, είτε για άλλο πεδίο, χρειάζεται ένα ιστορικό, χρονικό πλαίσιο, ώστε να κατανοηθούν οι αλυσιδωτές σχέσεις αιτιών και αποτελεσμάτων που λαμβάνουν χώρα στην εξέλιξη των ιδεών, σε κάθε πολιτισμική στιγμή της ανθρωπότητας. Αλλά, σ'αυτή την περίπτωση, η Ιστορία θα είναι ένα στήριγμα, μια επεξηγηματική βοήθεια για την ανάπτυξη της Φιλοσοφίας της Επιστήμης. 

Η Φιλοσοφία της Επιστήμης είναι, λοιπόν, η μελέτη και η γνώση των αρχών και των μεθόδων, των νοητικών δομών και των τύπων σχέσης των γεγονότων, που η επιστήμη γενικά και οι διάφορες επιστήμες ειδικά χρησιμοποιούν για να γνωρίσουν το αντικείμενο της έρευνάς τους, είτε στη φύση και στο σύμπαν, είτε στον άνθρωπο και στις δικές του δραστηριότητες, όπως π.χ. τη γλώσσα, τη λογική, την ιστορία, την κοινωνιολογία ή την ψυχολογία. 

Η φιλοσοφική θεμελίωση της επιστήμης επιτρέπει την ορθή εφαρμογή συλλογισμών της επαγωγικής και απαγωγικής σκέψης, την αποτελεσματική χρήση συμβόλων και μαθηματικών τύπων, την πρακτική εφαρμογή υποθέσεων και θεωριών, καθώς και τη συνεκτική δημιουργία δομών για επιστημονικούς νόμους και αρχές, ούτως ώστε να επιτευχθεί μια ικανοποιητική ερμηνεία του κόσμου. 

Οι επιστημονικοί νόμοι και αρχές είναι γενικεύσεις των παρατηρήσεων και οι θεωρίες είναι ερμηνείες των νόμων. Αλλά, πολλές φορές, οι θεωρίες προχωρούν πέρα από τα απλά δεδομένα της παρατήρησης, με σκοπό να εξηγήσουν νέες καταστάσεις. Επομένως, δεν προέρχονται απευθείας από την εμπειρία ή το πείραμα, όπως συμβαίνει με τους νόμους. Γι'αυτόν τον λόγο, η θεωρητική γνώση προέρχεται από αλληλεπιδράσεις και πιο πολύπλοκες και ολιστικές αλλαγές σκέψης. 

Πρόκειται για μια γνώση που προϋποθέτει, τόσο την ύπαρξη της υποκειμενικότητας του σκεπτόμενου όντος, όσο και την ύπαρξη υποθέσεων και εικασιών. Και είναι εδώ, που η Φιλοσοφία έχει τη μέγιστη, ακόμα και την απαραίτητη, χρησιμότητα. Χρειάζεται, όμως, να τονίσουμε ότι, δεν πρέπει να συγχέονται, ούτε να εξαφανιστούν τα διαχωριστικά όρια μεταξύ της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας. Είναι απαραίτητο να υπάρχει, όχι μόνο διάκριση μεταξύ τους και των πεδίων γνώσης τους, αλλά και να μπορούν να συνυπάρχουν με αρμονική συμπληρωματικότητα. 

Για να γίνει σεβαστό αυτό, συμβάλλουν οι εξής λόγοι: 

Πρώτος: Οι επαναστατικές ανακαλύψεις και εφευρέσεις δεν είναι πάντοτε σύμφωνες με τις φιλοσοφικές θεωρήσεις και προϋποθέσεις από τις οποίες ξεκίνησαν ή υπόκεινται στα αξιολογικά κριτήρια και τις επίσημα αποδεκτές αρχές των φιλοσόφων του κατεστημένου. Όμως, αυτές οι ανακαλύψεις μπορούν, πολλές φορές, να χρησιμεύσουν ως βάση για νέες, ριζικές αναθεωρήσεις στη φιλοσοφία. Επίσης, συμβαίνει και το αντίθετο, όπως λέει ο Κ. Popper: "Από ιστορική άποψη, οι σύγχρονες δυτικές επιστήμες προήλθαν από τις φιλοσοφικές θεωρήσεις των Ελλήνων για τον κόσμο, για την τάξη του κόσμου". 

Δεύτερος: Το κοινό μειονέκτημα των σημερινών επιστημών προέρχεται από την έλλειψη φιλοσοφικής σκέψης στη θεώρηση για την έσχατη φύση των πραγμάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια ελαττωματική επιστημονική δραστηριότητα, ανασφαλή και αμφισβητούμενη, εκεί όπου δεν υπάρχει κάποια μορφή φιλοσοφικής μεταφυσικής. 

Τρίτος: Η επιστημονική έρευνα προϋποθέτει την ερμηνεία του κόσμου σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή, σύμφωνα με κάποιο δεδομένο και γενικώς, αποδεκτό σύστημα ιδεών (το "παράδειγμα"), το οποίο πρέπει να έχει συνοχή, να είναι λογικό και αναγκαίο και να μπορεί να ερμηνεύει κάθε στοιχείο της εμπειρίας. Και αυτό το σύστημα της "εικόνας του κόσμου" είναι φιλοσοφικό. 

Τέταρτος: Οι φιλοσοφικές και επιστημονικές έννοιες υπόκεινται σε μεταμόρφωση και προσαρμογή και, επομένως, δεν μπορούν να είναι ούτε "ξεκάθαρες", ούτε και "αποφασιστικές", όπως θα τις ήθελε ο Καρτέσιος ή η "νέα επιστήμη" του Διαφωτισμού και ο μοντέρνος νέο-ορθολογισμός. 

Πέμπτος: Στην εξέλιξη του πολιτισμού χρειάζεται δυναμισμός, ένα πνεύμα περιπέτειας που να συσχετίζει τη Φιλοσοφία και την Επιστήμη με τρόπο ώστε, να μπορεί να καλύπτει όλο το φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας και συγχρόνως να εξασφαλίζει την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα κάθε επιστήμης ξεχωριστά. Μόνο έτσι θα μπορούν να υπάρχουν συγχρόνως και σε αρμονική συμπληρωματικότητα η εξειδίκευση με την ολιστική διεπιστημονικότητα. 

Στην πορεία της Ιστορίας της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι, οι επαναστάσεις της ανθρώπινης σκέψης και της προόδου έγιναν, σχεδόν πάντοτε, όταν μεταξύ τους υπήρχε αρμονική σχέση και αλληλεπίδραση, όχι όταν υπήρχε, είτε βίαιη σύγκρουση, είτε ομοιογένεια και μη διαφοροποίηση των πεδίων δράσης τους. 

Ένα παράδειγμα των σχέσεων σύγκρουσης βλέπουμε στην ιστορική περίοδο της Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού μέχρι τον Καντ, στην οποία η Φιλοσοφία, της οποίας το μονοπώλιο είχε η θρησκεία, βρισκόταν σε ανοιχτή διαμάχη με τον νέο επιστημονικό ορίζοντα. Αντίθετα, παράδειγμα των σχέσεων ταύτισης ή έλλειψης κάποιας διαφοροποίησης έχουμε την μεσαιωνική περίοδο στη Δύση ή τη βυζαντινή στην ελληνορωμαϊκή Ανατολή, όπου η επιστήμη θεωρείται σαν απλός τομέας της Φιλοσοφίας.

Γεωργίου Α. Πλάνα, Ιδρυτή της Νέας Ακρόπολης στην Ελλάδα

 Το είδαμε εδώ 

Η εσωτερική σύνδεση μουσικής και μαθηματικών στην αρχαία Ελλάδα

Η μουσική στους αρχαίους πολιτισμούς ήταν κάτι παραπάνω από ευχαρίστηση για το αυτί. Ήταν η άλγεβρα των μεταφυσικών θεωριών, η γνώση της οποίας δινόταν μόνο σε μυημένους, αλλά οι αρχές της μέσω του συλλογικού υποσυνείδητου έτρεφαν, επηρέαζαν και εκπαίδευαν τις πλατιές μάζες. Αυτό την έκανε ένα πανίσχυρο όργανο ηθικής διαπαιδαγώγησης, όπως είπε ο Κομφούκιος.


Η μουσική συνδέεται στην αρχαία Ελλάδα άμεσα με την ενέργεια και ως εκ τούτου με δυνάμεις που χαρακτηρίζονται ως «υπερφυσικές». Για παράδειγμα, ο Αμφίων, ο εφευρέτης της κιθαρωδίας, δηλαδή τραγουδιού με συνοδεία κιθάρας, ήταν και ο πρώτος θνητός που έπαιξε λύρα , την οποία διδάχτηκε από τον Ερμή ή από τον πατέρα του τον Δία. Κατά την παράδοση, με τη λύρα και το τραγούδι του μάγευε τις πέτρες, έτσι ώστε από μόνες τους τοποθετούνταν και στερεώνονταν, χτίζοντας τα τείχη της Θήβας με τις επτά πύλες (μία για κάθε χορδή της λύρας του).

Οπωσδήποτε όμως, η ενέργεια της μουσικής μεταστοιχειώνει και τον ίδιο τον άνθρωπο, όπως αναφέρεται στα Πολιτικά (Η΄, 1339Α-1342Β, V, 3-VII, 11) του Αριστοτέλη, κατά τον οποίο η αποστολή της μουσικής είναι τριπλή:

1. «παιδιάς ένεκα και αναπαύσεως» - για ψυχαγωγία και ανάπαυση 2. «προς αρετήν τι τείνειν την μουσικήν… και το ήθος ποιόν τι ποιείν» - γιατί μπορεί να ασκήσει ευεργετική επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα 3. «προς διαγωγήν… και προς φρόνησιν» - μπορεί να συμβάλει στη διανοητική και αισθητική απόλαυση και καλλιέργεια.

Οι μελετητές κατανοούν σήμερα τη μαθηματική βάση της μουσικής, αλλά ελάχιστοι συνειδητοποιούν πως η Πυθαγόρεια μουσική θεωρία ήταν μόνο μία εφαρμογή των αρχών μίας ολιστικής φιλοσοφίας, η οποία δεν ήταν μόνο τρόπος ζωής, αλλά και σύστημα προσέγγισης της απανταχού παρουσίας του Θεού στη φύση, μέσω της μελέτης των αριθμών.

Δε συνηθίζεται να σκεφτόμαστε μαθηματικά όταν ακούμε μουσική, όπως επίσης να φανταζόμαστε μουσική όταν επιλύουμε ένα αλγεβρικό πρόβλημα. Εντούτοις, ο Πυθαγόρας ενοποίησε τη μουσική με τα μαθηματικά, και από τότε αυτές οι δύο ατραποί του πνεύματος δεν χώρισαν ποτέ. Κοινός στόχος και των δύο είναι – μέσω της μελέτης των αναλογιών – η ανακάλυψη της χρυσής τομής, που θα οδηγήσει με τη σειρά της στον αρμονικό συνδυασμό των ήχων των χορδών, στην αρμονική φωτοσκίαση των κιόνων του Παρθενώνα και εν τέλει στην ένωση σώματος και ψυχής.

Ο Πυθαγόρας και οι μαθητές του ανέπτυξαν την τετρακτύ, δηλαδή τον τετραδικό τριγωνικό αριθμό της τελείωσης ΔΕΚΑ, συνδυασμό της ενότητας = ΕΝΑ, του ζεύγους των αντίθετων πόλων = ΔΥΟ, της τριαδικής φύσης της θεότητας = ΤΡΙΑ και της εκδήλωσης στον υλικό κόσμο = ΤΕΣΣΕΡΑ. Η πραγματικότητα της ύπαρξης μίας τέτοιας αναλογίας – ανεξάρτητα από την ερμηνεία – φαίνεται γεωμετρικά και αποδεικνύεται αλγεβρικά, όπως δείχνουν το σχήμα και η ισότητα, αντίστοιχα:

Η ερμηνεία των αρχαίων πάνω στο σύμβολο ήταν τα τέσσερα στοιχεία (ΦΩΤΙΑ – ΝΕΡΟ – ΑΕΡΑΣ – ΓΗ ) και σε αυτό έδιναν τους όρκους τους οι Πυθαγόρειοι. Πάνω στην τετρακτύ βρίσκονται οι βασικές αναλογίες του μήκους μιας χορδής, που αφορούν τα τελείως σύμφωνα μουσικά διαστήματα: 2/1 = οκτάβα, 3/2 = πέμπτη, 4/3 = τέταρτη. Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν πως η τετρακτύς αποτελεί το περίγραμμα της ολικής ουσίας του σύμπαντος. Ο όρκος τους ήταν : «ορκίζομαι σε αυτόν που παρέδωσε την τετρακτύ στις επόμενες γενεές, πηγή της αιώνιας φύσης μέσα στις ψυχές μας».

Ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της φιλοσοφίας τους, εκφράζοντας την ολότητα που ενυπάρχει μέσα στη δεκαπλή φύση της θεϊκής ενότητας τεσσάρων επιπέδων, που αντιπροσωπεύονται από τις τέσσερις σειρές της τετρακτύος , των οποίων τα στοιχεία, δηλ. οι αριθμοί έχουν άθροισμα 10. Αυτή η αδιαίρετη Μονάδα, το 1, είναι η πηγή όλων των αριθμών και φυσικά και των πραγμάτων. Στην τετρακτύ όμως, κατορθώνει και δημιουργεί τα δέκα (ή τα 10000 πράγματα των Ανατολικών), δηλαδή την πολυπλοκότητα της εξελιγμένης μορφής , χωρίς να χάνει τη μοναδικότητά της. Αυτό βεβαίως είναι ένα μυστήριο, που μπορεί να προσεγγιστεί μόνο μέσω του αφηρημένου νου, ο οποίος συνδέει τον κόσμο των Ιδεών με τις εικόνες τους, δηλαδή τις Μορφές.

Ενδιαφέρον αποτελεί επίσης και το γεωμετρικό σχήμα τετράεδρον. Έχει τέσσερα ισόπλευρα τρίγωνα σαν έδρες, μοιάζοντας με μία ισόπλευρη τριγωνική πυραμίδα, που όμως και η βάση της είναι επίσης τρίγωνο. Συμβόλιζε για τους Πυθαγόρειους τον αριθμό 4, που εμφανίζεται στο τετράχορδο και στις τέλειες τέταρτες, στις οποίες οι Έλληνες διαιρούσαν τις μουσικές κλίμακες. Στερεοσκοπικά είναι η προέκταση της τετρακτύος στο χώρο. Το τετράεδρον εκφράζει το μαθηματικό χαρακτήρα των μουσικών τρόπων που η ορθόδοξη και η καθολική εκκλησία (αν και με διαφοροποιημένους τρόπους και άλλες μεταγενέστερες επιρροές) υιοθέτησαν από την αρχαία Ελλάδα και οι οποίοι αναπτύχθηκαν γενικότερα στις μεσογειακές χώρες.

Αρχικά τους τρόπους αυτούς υιοθέτησαν και οι Διαμαρτυρόμενοι, αν και αργότερα δημιούργησαν δικό τους σύστημα ή δικό τους μουσικό είδος, οι μεν Γερμανοί το συγκερασμένο σύστημα, οι δε Αμερικανοί (διατηρώντας αρμονικές βάσεις και το κούρδισμα του συγκερασμένου, προσθέτοντας νέγρικους ρυθμούς και μελωδίες) το γκόσπελ (είδος). Νεότεροι πειραματιστές εξάλλου, χρησιμοποιούν αυτούσια την Πυθαγόρεια κλίμακα, χωρίς βέβαια απαραίτητα οι ίδιοι να σχετίζονται πλέον με συγκεκριμένη μεταφυσική άποψη στον τρόπο ζωής και αντίληψής τους. Έτσι, τελικά, οι συμπαντικές αρχές κατορθώνουν και περνούν διαχρονικά διαμέσου πολιτισμών και διαφορετικών δοξασιών. Η πυθαγόρεια μουσική κλίμακα εν γένει, εκτός από το γεγονός ότι αποτελεί τη βάση για την ευρωπαϊκή διατονική κλίμακα, έχει μαθηματική πληρότητα, συμμετρία και αναλογίες που αντιστοιχούν σε αριθμούς, που ορισμένοι επιστήμονες θεωρούν ότι περιγράφουν τις βασικές μονάδες της ύλης. Στη θεωρία των Υπερχορδών, μικροκοσμικές χορδές σχηματίζουν τα ατομικά και υποατομικά σωματίδια της ύλης, ανάλογα με τον τρόπο που αυτές δονούνται. Μελετώντας τους μαθηματικούς νόμους της αναλογίας των δονήσεων, ουσιαστικά αποκτούμε μια ιδέα του Δισκοπότηρου της Φυσικής με τη θεωρία του Παντός, που αναφέρεται σε όλες τις δυνάμεις της φύσης. Το σημαντικότερο, όμως, και απλούστερο για όλους μας ταυτόχρονα, είναι η κατα-νόηση των πνευματικών καταβολών που έχουμε κληρονομήσει εδώ και χιλιάδες χρόνια και καλούμαστε να φανούμε αντάξιοί τους.

Για έναν Πυθαγόρειο, η σύνδεση μεταξύ μουσικής και τετρακτύος δείχνει τη συμπαντική εφαρμογή της ιερής τετρακτύος, όχι μονάχα σαν αφηρημένη παρουσίαση της δεκαπλής φύσης της θεότητας, αλλά και σαν μία πραγματική περιγραφή των μουσικών εμπειριών των αρχαίων, που διαπερνούν συθέμελα τους απογόνους με τη μορφή νέων πολιτισμών και ανθρωποποίητων θεολογιών. Το κραταιό τετραδικό σύμβολο εκφράζει τη δεκαπλή φύση της Θείας Παρουσίας στο φαινομενικό κόσμο, καθώς οι Μοριακοί Φυσικοί που εργάζονται πάνω στη θεωρία των υπερχορδών έχουν αθέλητα οδηγηθεί στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή ανακάλυψαν πως το χωροχρονικό σύμπαν πρέπει να αποτελείται από δέκα διαστάσεις!

Όπως τα μαθηματικά είναι η γλώσσα του Θείου Νου , στην οποία ο Γαλιλαίος είπε ότι είναι γραμμένο το βιβλίο της Φύσης, εκφράζοντας όλες τις πιθανές καταστάσεις του φυσικού κόσμου, έτσι και η μουσική είναι η φυσική γλώσσα που εκφράζει όλες τις καταστάσεις της Ψυχής.

Τελειώνοντας, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω, πως σκοπός του αρθρογράφου δεν είναι σε καμία περίπτωση ούτε η ονοματολογική αναφορά κλιμάκων και μουσικών συστημάτων – γιατί κάτι τέτοιο αφενός δε θα ήταν δυνατό μέσα σε ένα άρθρο, αφετέρου δε οποιοδήποτε έγκυρο κατάστημα μουσικών βιβλίων έχει ήδη όλο το γνωστό σε μας υλικό για κάτι παρόμοιο – αλλά ούτε και η κριτική που γίνεται πολλές φορές εναντίον άλλων μουσικών και μαθηματικών συστημάτων πλην του Πυθαγόρειου. Προσωπική άποψη του γράφοντος είναι πως κάθε σύστημα είναι αναγκαίο για την εξέλιξη λαών, κρατών και ηπείρων. ¶λλωστε, το ίδιο ισχύει για τις θρησκείες και τις ιδεολογίες, και ας μην ξεχνάμε πως η μουσική συμβαδίζει χωροχρονικά μαζί τους.

Ας σταθούμε στη φιλοσοφική πλευρά του θέματος, αντί της στείρας αντιπαράθεσης των πολιτισμών. Σε αυτή την άποψη, η ερμηνεία των εσωτερικών συμβόλων μένει απαράλλαχτη, ακόμα και αν γράφουμε μονοτονικά, αν μετράμε με 1,2,3… και όχι με α,β,γ (αν και υπάρχουν μελετητές που δείχνουν πως οι αραβικοί αριθμοί είχαν σχεδιαστεί ως σύμβολα από τον ίδιο τον Πυθαγόρα) και αν συνθέτουμε συγκερασμένα (αλλιώς δε θα μπορούσαμε να χρησιμοποιούμε τις πολύπλοκες συγχορδίες και αντιστίξεις και θα συνθέταμε μόνον αρχαία μουσική, πράγμα το οποίο σίγουρα δεν αρκεί για να εκφράσει τη σύγχρονη ανθρωπότητα). Εάν βαδίζαμε άλλωστε με τη λογική της τυπολατρείας, θα έπρεπε να καταργήσουμε όλη την παράδοση της αστρολογίας, διότι αστρονομικά δεν ισχύει ακριβώς πλέον, λόγω της μετάπτωσης των ισημεριών. Ωστόσο, τα σύμβολά της ισχύουν και στη σύγχρονη εποχή, έστω και μόνο (αν και στην πραγματικότητα για πολύ περισσότερα) εξαιτίας των από χιλιάδων ετών δομημένων σκεπτομορφών πάνω στο σύμβολο του Ζωδιακού. Θα ήταν παράλειψη εξάλλου να προσθέσω, πως , για την εποχή του, ο Πυθαγόρας δημιούργησε και αυτός ένα συγκερασμένο σύστημα, καταργώντας ουσιαστικά πολλά από τα μόρια (μονάδες μικροκουρδίσματος) της Ανατολής, θεωρώντας πως δεν εξυψώνουν τον άνθρωπο.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Μιχαηλίδης Σ., Εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής, ΜΙΕΤ, (Αθήνα, 1982)
Reitman B., History of Mathematical Approaches to Western Music, (2003). (math_music_hist.pdf)
Philips St. M., Pythagorean Aspects of Music, (Phillips.htm)
Garland TH & Kahn C.Y, Math and Music, D.Seymour Publications (1995)
James Jeans, Science and Music, (Dover,1968)

Πηγές

Sextus Empiricus, Adv. Math.
Αριστοτέλους, Πολιτικά
Πλάτων, Τίμαιος

Το είδαμε εδώ

Οι αρετές της Ιδανικής Πολιτείας κατά Πλάτωνα

Οι απόψεις του Πλάτωνος για την ιδεώδη πολιτεία, η οποία διασφαλίζει στον πολίτη της τον άριστον βίον, εκθέτονται στον διάλογό του που τιτλοφορείται Πολιτεία. Με το παρόν θα εξετάσουμε το χωρίο 427c-445e από το τέταρτο βιβλίο της «Πολιτείας» και θα επιχειρήσουμε, σε πρώτη φάση, να προσδιορίσουμε τις αρετές της πόλεως και το περιεχόμενό τους. Έπειτα θα σκιαγραφήσουμε τα μέρη της ψυχής και θα ασχοληθούμε με την παραλληλότητα των αρετών της πόλεως με αυτές της ψυχής. Τέλος, θα αναφερθούμε στην πλατωνική εικόνα της δικαιοσύνης, τόσο στην κοινωνική όσο και στην ατομική της διάσταση, σε συνδυασμό με την ευδαιμονία πόλεως και ατόμου. Η ανάπτυξη θα γίνει σε τρεις ενότητες. Θα ακολουθήσουν τα συμπεράσματα.


ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥΣ

Στον στίχο 427e10 της Πολιτείας η ιδεώδης πολιτεία ενσαρκώνει τις τέσσερις θεμελιώδεις αρετές. Χαρακτηρίζεται από Σοφία, Ανδρεία, Σωφροσύνη και Δικαιοσύνη. Η πόλη είναι σοφή, επειδή οι άρχοντές της (οι φιλόσοφοι-βασιλείς) είναι σοφοί και την καθοδηγούν προς το Αγαθόν. Είναι επίσης ανδρεία, για τον λόγο του ότι οι φύλακες-επίκουροι είναι ανδρείοι και μπορούν να υπερασπιστούν αφενός μεν τη εδαφική της ακεραιότητα αφετέρου δε τις αξίες που προβάλλει το εκπαιδευτικό της σύστημα. Χαρακτηρίζεται από σωφροσύνη, για το γεγονός ότι ανάμεσα στις τρεις τάξεις βασιλεύει η αρμονία, προκύπτουσα από την υποταγή της κατώτερης στις ανώτερες. Είναι ακόμη δίκαιη, επειδή το κάθε στοιχείο εκπληρώνει τη λειτουργία του δίχως να παρακωλύει την αντίστοιχη λειτουργία των άλλων.

Εξετάζοντας, τώρα, εις βάθος κάθε μία από τις παραπάνω αρετές, θα ξεκινήσουμε από την Σοφία. Στον στίχο 428b1 ο Πλάτων, διά στόματος του Σωκράτους, την αναφέρει ως το πρώτο πράγμα το οποίο διακρίνεται καθαρά αναφορικά με το αντικείμενο της συζητήσεως τους. Η Σοφία διαφαίνεται από την δυνατότητα της ορθής κρίσεως, από μέρους της πόλεως. Αυτό φυσικά είναι απόρροια της γνώσης την οποία κατέχουν οι κεφαλές αυτής. Βεβαίως, η διευκρίνιση για τους κυβερνήτες δίδεται παρακάτω, όταν γίνεται διαχωρισμός των ειδών της γνώσης που δύναται να κατέχουν οι διάφορες τάξεις. Έτσι, σύμφωνα με το παράδειγμα που δίδεται, η ξυλουργική γνώση δεν δύναται σε καμία των περιπτώσεων να χαρακτηριστεί σοφή. Κατά τον ίδιο τρόπο αποκλείει από την Σοφία την κατοχή οποιασδήποτε τέχνης, για να καταλήξει στην ορθή κρίση των επικεφαλής της πολιτείας, οι οποίοι θεωρούνται ως οι καθ’ ύλην αρμόδιοι να κατέχουν την αληθινή σοφία. Τους ονομάζει, μάλιστα, ως τέλειους φύλακες της πόλης. Οι ίδιοι αποτελούν, όπως είναι φυσικό άλλωστε, την πλέον ολιγάριθμη κοινωνική ομάδα και βάσει της γνώσεως, η οποία είναι δοσμένη από τη φύση, άρχουν στους υπολοίπους. (Στίχοι 428b1-429a7).

Συνεχίζοντας την αναδίφησή μας στις πλατωνικές αρετές της ιδανικής πολιτείας θα συναντήσουμε στον στίχο 429a8 την αναφορά του συγγραφέως στην Ανδρεία. Εδώ βλέπουμε ότι ο μεν Σωκράτης εξακολουθεί να φιλοσοφεί, να επιχειρηματολογεί και να απευθύνει ρητορικές ερωτήσεις στον Γλαύκωνα, όπου μέσω αυτών συμπεραίνει κάποια πράγματα. Από την άλλη ο Γλαύκων ακούει, μετά της δεούσης προσοχής, τα λεγόμενα του Σωκράτους για τη Ανδρεία, την οποία αντιλαμβάνεται ως ένα είδος σωτηρίας. Στο σημείο αυτό, για την καλύτερη κατανόηση της λειτουργίας της Ανδρείας, παρατίθεται μία παρομοίωση των βαφέων, των βαφών και του βαψίματος με τους στρατιώτες, καθώς και τις αντιλήψεις που τους περνούν μέσα από την εκπαίδευσή τους. Με μία επιδέξια προσέγγιση, παρατηρούμε ότι συνδέει το άνθος, δηλαδή την λαμπρότητα, την στιλπνότητα του χρώματος, το οποίο αν χρησιμοποιηθεί στην βαφή καλά, γίνεται ανεξίτηλο και δεν αφαιρείται, με τους νέους που θα υπηρετήσουν την θητεία τους, εκπαιδευόμενοι με μουσική και γυμναστική. Ταυτοχρόνως, οι νέοι αυτοί οπλίτες θα δέχονται τους νόμους σαν βαφή της ψυχής. Εξάλλου, ο χαρακτήρας που έχουν αποκτήσει, όπως και η ανατροφή που τους έχει δοθεί, τους κάνουν ικανούς να υπακούουν και να διαφυλάττουν την «βαφή» τους. (Στίχοι 429a8-430c6).

Μετά την Ανδρεία ακολουθεί η αναφορά του συγγραφέως, πάντα εντός του διαλογικού πλαισίου, στην Σωφροσύνη στον στίχο 430d1 . Εδώ η αρετή της σωφροσύνης εκλαμβάνεται ως ένα είδος αυτοκυριαρχίας και νομιμοφροσύνης. Η αυτοκυριαρχία συνίσταται στην χαλιναγώγηση ορισμένων απολαύσεων και επιθυμιών. Εκείνος που θα το καταφέρει θεωρείται ανώτερος του εαυτού του. Κατά τον ίδιο τρόπο, όποιος αδυνατεί να επιβληθεί του κακού του εαυτού και κυριαρχηθεί από αυτόν θεωρείται χειρότερος και χαρακτηρίζεται ακόλαστος. Αποδεικνύεται, επομένως, κατώτερος των περιστάσεων. Η αυτή κατάσταση λαμβάνει χώρα και στην πόλη. Θεωρείται ανώτερη του εαυτού της όταν συμβαίνει να κυριαρχεί το πλέον εκλεκτό κομμάτι της. Οι λίγοι ικανοί έχουν την δυνατότητα να ελέγξουν, μέσω του ορθού λογισμού τον οποίο έχουν, τις επιθυμίες των πολλών, ακόμη και των πλέον ασήμαντων. Με αυτόν τον τρόπο η κοινωνία ξεπερνά τις απολαύσεις και τις επιθυμίες και ανυψώνεται σε άλλες σφαίρες.

Αναφορικά με την νομιμοφροσύνη, τούτη επιτυγχάνεται όταν τόσο οι κυβερνώντες όσο και οι κυβερνώμενοι τυγχάνουν της ιδίας γνώμης ως προς το ποιοι είναι σωστό και δίκαιο να άρχουν της πόλεως. Κατά συνέπεια, η έννοια της σωφροσύνης εκτείνεται σε όλη την πολιτεία, αποτελώντας το στοιχείο εκείνο της ομοφωνίας και της αρμονικής συνύπαρξης των τάξεων που την απαρτίζουν. (Στίχοι 430d1-432b1).

Μετά λοιπόν και την παρουσίαση της σωφροσύνης ερχόμαστε στην αρετή που απέμεινε και η οποία δεν άλλη από την Δικαιοσύνη (στίχος 432b5 ). Είναι αλήθεια ότι το μείζον θέμα που συζητείται στην Πολιτεία είναι η δικαιοσύνη. Το αναφέρει, άλλωστε, ξεκάθαρα ο Σωκράτης στον 433a. Αποτελεί τον θεμέλιο λίθο, βάσει του οποίου θεμελιώνεται όλο το οικοδόμημα της ιδανικής Πλατωνικής Πολιτείας. Βασική αρχή της δικαιοσύνης, όπως την αντιλαμβάνεται ο Πλάτων, αποτελεί το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι μέσα στην πολιτεία, κάθε πολίτης και κάθε τάξη ασχολείται και εργάζεται μόνον στον τομέα του και αποκλειστικά με το αντικείμενό του. Ο Σωκράτης την ορίζει ως την ενασχόληση κάποιου με το οικείον του, δηλαδή τη δουλειά του. Αυτό θα τον αποτρέψει με το να ασχολείται με ανάρμοστες εργασίες. Ειδικά η πολυπραγμοσύνη (434b7), ανάμεσα στις τάξεις που αποτελούν την πόλη, θεωρείται ζημιογόνος. Φθάνει δε, μέχρι του σημείου να την χαρακτηρίσει κακούργημα. Το σκεπτικό είναι ότι ο καθένας προσφέρει αυτό που δύναται από το πόστο του, ενώ παράλληλα συνεισφέρει στην αρμονική συνύπαρξη και στην κοινωνική πρόοδο. (Στίχοι 432b5-434c6).

Το είδαμε εδώ