BREAKING NEWS
latest

ΕΠΙΒΙΩΣΗ

ΕΠΙΒΙΩΣΗ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η μυστική διδασκαλία του Πλάτωνα



Από τους μεγαλύτερους κλασικούς φιλοσόφους, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και ο πιο πιστός ίσως στις διδασκαλίες του, πολυγραφότατος, ο Πλάτωνας, αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης αλλά και σκληρής κριτικής από τους μεταγενέστερους. 

Πολλοί στηρίχτηκαν στις διδασκαλίες του για να εισάγουν νέες θεωρίες και φιλοσοφικά συστήματα και πολλοί τις χρησιμοποίησαν, συνήθως παραποιώντας τες, για να εξυπηρετήσουν προσωπικά οφέλη.Όπως και να ‘χει, ο Πλάτωνας υπήρξε και παραμένει ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της κλασικής Ελλάδας και δε θα πάψει ποτέ να μελετάται από τους λάτρεις της φιλοσοφίας και όχι μόνο. 

Το μυστικό της καλής ζωής από τον Έλληνα φιλόσοφο Δημόκριτο


Ποιο είναι το σπουδαιότερο πράγμα στη ζωή; Τι αξίζει να επιδιώξουμε πάση θυσία; Μπορεί να είναι απλώς η ευθυμία;

Μήπως είναι η αγάπη, η επιτυχία, ο πλούτος, η οικογένεια, η δόξα; Ο καθένας μπορεί να δώσει μία διαφορετική απάντηση σε αυτή την ερώτηση, γιατί βέβαια, για τον καθένα ίσως το σπουδαιότερο πράγμα να είναι κάτι διαφορετικό. Μήπως όμως υπάρχει κάτι που θα ταίριαζε με βεβαιότητα σε κάθε άνθρωπο;

Έτσι ισχυριζόταν ο φιλόσοφος και επιστήμονας Δημόκριτος, ο οποίος έζησε από το 460 περ. έως το 370 Π.Κ.Χ.. Θα τον έχετε ίσως ακουστά για την ατομική του θεωρία, που ήταν πρωτοποριακή για την εποχή του. Τα σωματίδια της ύλης, όμως, δεν ήταν το μόνο που απασχολούσε τον Δημόκριτο. Στο ερώτημα που θέσαμε στην αρχή, ο Δημόκριτος απαντά «η ευθυμία», την οποία αξιολογεί ως το ύψιστο καλό.

Πρώτ’ απ’ όλα, όπως όλοι γνωρίζουμε, κανείς δεν μπορεί να εργαστεί, να διασκεδάσει, να επιτύχει οτιδήποτε στη ζωή του, αν έχει καταβληθεί από άγχος. Γνωρίζουμε επίσης ότι το άγχος προκαλείται από την ανησυχία. Αν είσαι υπερβολικά φτωχός, ανησυχείς και αγχώνεσαι προσπαθώντας να βρεις τρόπους να επιβιώσεις. Αλλά ακόμα και αν έχεις όλα τα αγαθά του κόσμου, μπορεί να πέσεις στην παγίδα της απληστίας και να ανησυχείς καθημερινά μήπως τα χάσεις. Οι πολύ διάσημοι άνθρωποι ανησυχούν καθημερινά για τη διατήρηση της δόξας τους και αγχώνονται όταν εμφανιστεί κάποιος ικανότερος από αυτούς, κάποιος που μπορεί να τους πάρει τον «θρόνο». Και στις δύο αυτές περιπτώσεις η ευθυμία απουσιάζει από την ανθρώπινη ψυχή. Τότε, αναρωτιέται κανείς, πώς επιτυγχάνεται αυτή η γαλήνια κατάσταση ισορροπίας;
Οτιδήποτε και αν κάνεις κάντο με μέτρο! Απόλαυσε το φαγητό, τον έρωτα, τον πλούτο, ό, τι μπορείς να αποκτήσεις, αλλά μην ξεχνάς πως η υπερβολή θα ταράξει την εσωτερική σου ισορροπία. Την άποψη αυτή υποστήριζαν και ο Πλάτων και αργότερα ο Αριστοτέλης, σε αντίθεση με κάποιους άλλους φιλοσόφους που προτίμησαν τα άκρα του άκρατου ηδονισμού ή της ασκητικής ζωής χωρίς καμία απόλαυση. Ο Δημόκριτος ισχυρίζεται πως εύθυμη, και άρα ευτυχισμένη, ψυχή είναι μόνο εκείνη που διατηρεί το μέτρο. Αλλά πώς γνωρίζει κανείς πότε έχει ξεπεράσει το μέτρο; «Όταν κάποιος νιώθει μεγάλη ένταση και ανησυχία, σημαίνει πως έχασε το μέτρο και έφτασε στην υπερβολή», λέει ο Δημόκριτος. Αν, λοιπόν, έχετε τόσες πολλές ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ώστε να χάνετε τον ύπνο σας ή να βρίσκεστε σε συνεχή εκνευρισμό, περιορίστε τις και προσπαθήστε ν’ απολαμβάνετε περισσότερο εκείνα που ήδη έχετε.

Κάθε φορά που περιορίζετε τις περιττές συγκινήσεις σε καταστάσεις υπερβολικής χαράς ή υπερβολικού πόνου, εκπαιδεύετε τον εαυτό σας προσαρμόζεται στις πραγματικές συνθήκες. Ο πόνος θα έρθει κάποια στιγμή για όλους· αντί να αναρωτιόμαστε «γιατί να συμβεί σε μένα αυτό», καλύτερα να αξιοποιήσουμε όση βοήθεια έχουμε για να τον αντιμετωπίσουμε. Και όταν έρθει η μεγάλη χαρά, ας μην υπερβάλουμε, σαν να πρόκειται να κρατήσει για πάντα. Γιατί όταν οι περιστάσεις αλλάξουν πάλι, δύσκολα θα αντέξουμε την μετάπτωση. Είναι αδύνατον να προσαρμόσουμε την πραγματικότητα στις προσδοκίες μας, μπορούμε όμως να πάρουμε την τύχη στα χέρια μας, λέει ο Δημόκριτος:

«Οι άνθρωποι δημιούργησαν την εικόνα της Τύχης για να δικαιολογήσουν τη δική τους αβουλία. Διότι η τύχη ελάχιστα αντιμάχεται τον συνετό, αλλά η οξυδερκής προνοητικότητα εξομαλύνει τα περισσότερα προβλήματα της ζωής».

Φυσικά, τα προβλήματα που καλείται ο καθένας να αντιμετωπίσει διαφέρουν και οπωσδήποτε ο αγώνας προσαρμογής για κάποιους θα είναι πολύ δυσκολότερος απ’ όσο για άλλους. Το νόημα όμως είναι να επιτύχει ο καθένας, ανάλογα με τις περιστάσεις του, την καλύτερη δυνατή ισορροπία και να μην αφήνει την ευτυχία του έρμαιο στους εξωτερικούς παράγοντες. Γιατί αν το κάνει αυτό, τότε επάνω στα προβλήματα που ήδη έχει προσθέτει άλλο ένα: χάνει την ελευθερία του.

Η επιχειρηματολογία του Δημόκριτου είναι ισχυρή και πειστική. Αυτό που πρωτίστως πρέπει κάποιος να επιδιώκει στη ζωή του είναι η ευθυμία, μία ευχάριστη, σταθερή κατάσταση ψυχής, η οποία του επιτρέπει να εξετάζει με προσοχή τις συνθήκες, να ελέγχει τις αντιδράσεις του όταν αλλάζουν οι περιστάσεις, να χαίρεται και να λυπάται με μέτρο, να είναι ο κύριος του εαυτού του, και άρα, ελεύθερος άνθρωπος που ξέρει ανά πάσα στιγμή τι κάνει και γιατί το κάνει.

Ο ίδιος ο Δημόκριτος πάντως, φαίνεται πως ωφελήθηκε πολύ από αυτή τη μέθοδο. Ο «γελαστός φιλόσοφος», όπως τον αποκαλούσαν οι συμπολίτες του, εξέπληξε τον κόσμο με τις γνώσεις που απέκτησε στα μαθηματικά, στη γεωμετρία, στην αστρονομία, στην ιστορία κι ένα σωρό άλλα κράτησε το μυαλό τους ελεύθερο από τις αγκυλώσεις της θρησκείας και της πολιτικής. Ταξίδεψε σε όλες τις σπουδαίες πόλεις της Μ. Ασίας, επισκέφτηκε φυσικά την Αθήνα, ίδρυσε στην πατρίδα του, τα Άβδηρα της Θράκης, μία σπουδαία σχολή, έγραψε 70 έργα (δυστυχώς διασώθηκαν ελάχιστα μόνο αποσπάσματα) κι έζησε εκατό περίπου χρόνια!

grethexis.com

Η Ιδέα του αγαθού στον Πλάτωνα


Συγγραφέας: Βασίλης Κάλφας

Για την Ιδέα του αγαθού ο Πλάτων μιλά μόνο στην Πολιτεία. Εκεί παρουσιάζεται ως η ανώτατη ιεραρχικά Ιδέα και ως αιτία της ύπαρξης των άλλων Ιδεών. Στην τελευταία περίοδο της πλατωνικής φιλοσοφίας, στα λεγόμενα άγραφα πλατωνικά δόγματα, αντίστοιχο ρόλο επωμίζεται το Εν.


Σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία των Iδεών , πέρα από τη συνεχώς μεταβαλλόμενη αισθητή πραγματικότητα υπάρχουν κάποιες αυθύπαρκτες, αμετάβλητες και νοητές οντότητες, οι Iδέες. Tα αντικείμενα του αισθητού κόσμου οφείλουν την ύπαρξή τους και την όποια αλήθεια τους στη σχέση τους με τις Iδέες – στην πλατωνική ορολογία τα αισθητά “μετέχουν” στις Ιδέες και “μιμούνται” τις Ιδέες.

Οι κατ' εξοχήν πλατωνικές Ιδέες είναι οι ηθικές αξίες: η οσιότητα, η ανδρεία, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη. Είναι μάλιστα πιθανό ότι ο Πλάτων συνέλαβε τις αμετάβλητες Ιδέες του ως απάντηση στον ηθικό σχετικισμό των Σοφιστών , που συμπυκνώνει την κυρίαρχη ηθική στάση των Αθηναίων στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα. Είναι όμως όλες οι ηθικές αξίες εξίσου σημαντικές, είναι όλες οι Ιδέες ισότιμες; 

Ήδη στον πρώιμο Ευθύφρονα  γίνεται αποδεκτή η υπόταξη της οσιότητας στη δικαιοσύνη: το όσιον είναι μέρος του δικαίου, είναι εκείνο το μέρος του δικαίου που σχετίζεται με τη στάση μας απέναντι στους θεούς. Άρα η Ιδέα της δικαιοσύνης φαίνεται να προηγείται ιεραρχικά της Ιδέας της οσιότητας.

Στην Πολιτεία  ο Πλάτων, αφού διακρίνει τις τρεις τάξεις της ιδανικής πολιτείας και τα τρία μέρη της ανθρώπινης ψυχής, θα αποδώσει σε καθένα από αυτά μία βασική αρετή -τη σωφροσύνη, την ανδρεία και τη σοφία-, ενώ τη δικαιοσύνη θα τη θεωρήσει μια μορφή ισορροπίας ανάμεσα σ' αυτές τις αρετές. Πριν περάσει ωστόσο στην εκπαίδευση των φυλάκων της ιδανικής πολιτείας ο πλατωνικός Σωκράτης δηλώνει ότι η προσέγγιση του ήταν «ελλιπής» γιατί παρέβλεψε τη σχέση των βασικών αρετών με το αγαθό (504b). 

Η «τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέα» ορίζεται ως το «μέγιστον μάθημα», η υψηλότερη δυνατή γνώση, «μεσω της οποία η δικαιοσύνη και τα παρόμοια αποβαίνουν χρήσιμα και ωφέλιμα» (505a). Αν ο μελλοντικός κυβερνήτης δεν διδαχθεί τη σχέση των αρετών με το Αγαθό η εκπαίδευσή του θα παραμείνει ημιτελής.

Στην απαίτηση των συνομιλητών του να προσδιορίσει τι είναι το Αγαθό, ο Σωκράτης θα αντισταθεί προτείνοντας μια έμμεση προσέγγιση μέσω τριών περίφημων παραβολών: της παραβολής του Ήλιου, της παραβολής της γραμμής και της παραβολής του Σπηλαίου. Με τον τρόπο αυτόν, ακόμη κι αν δεν οριστεί επακριβως το Αγαθό, τουλάχιστον θα φανερωθεί, όπως λέει ο Σωκράτης, «ο απότοκος [ἔκγονος] του αγαθού και πανομοιότυπος με εκείνο» (506e). 

Ο Ήλιος, λοιπόν, που μέσω του φωτός είναι το αίτιο που κάνει τα αισθητά όντα ορατά, αλλά και τους δίνει ζωή, είναι ένας ἔκγονος του αγαθού, έχει στο σύμπαν των αισθητών ρόλο ανάλογο με το Αγαθό στο σύμπαν των νοητών. Χάρη στην Ιδέα του αγαθού η ψυχή συλλαμβάνει τα νοητά όντα και αποδίδει την αλήθεια τους, αλλά, επιπλέον, η Ιδέα του αγαθού είναι και ο λόγος ύπαρξης των άλλων Ιδεών.

«Έτσι λοιπόν συλλογίσου και για την ψυχή. Όταν σταθεί σε αυτό που πάνω του λάμπει η αλήθεια και το ον, το κατανοεί και το γνωρίζει, και δείχνει να λειτουργεί με νου... Εκείνο λοιπόν που παρέχει την αλήθεια σε όσα γνωρίζονται, και τη δύναμη της γνώσης σε όποιον γνωρίζει, πες ότι είναι η Ιδέα του αγαθού. Είναι το αίτιο της γνώσης και της αλήθειας, και να τη σκέφτεσαι σαν κάτι που κατακτάται γνωστικά·και αν η γνώση και η αλήθεια είναι καλά πράγματα, να σκέφτεσαι την Ιδέα του αγαθού σαν κάτι διαφορετικό και ακόμη καλύτερο». Πολιτεία 508de
«Έτσι λοιπόν από το Αγαθό δεν προκύπτει μόνο η δυνατότητα γνώσης για όσα γνωρίζονται αλλά και και το ίδιο το είναι τους και η ίδια η ουσία τους από το Αγαθό προέρχεται. Το Αγαθό όμως δεν αποτελεί ουσία, αλλά τοποθετείται υπεράνω της ουσίας υπερέχοντας και ως προς την ιεραρχία και ως προς την δυναμη [οὐκ οὐσίας ὄντος τοῦ ἀγαθοῦ, ἀλλ'ἔτι ἐπέκεινα τῆς οὐσίας πρεσβεία τε καὶ δυνάμει ὑπερέχοντος]». Πολιτεία 509b

Στην παραβολή της τετμημένης γραμμής, η Ιδέα του αγαθού θα χαρακτηριστεί «ἀρχὴ τοῦ παντός», αρχή που υφίσταται ανεξάρτητα από τις δικές μας θεωρήσεις, αρχή «ἀνυπόθετος» (511bc), και θα αποτελέσει το τελευταίο σκαλοπάτι στη διαδικασία της γνώσης και την ιεραρχία του όντος. 

Και στην υποβλητική παραβολή του Σπηλαίου, το Αγαθό είναι αυτό που θα αποκαλυφθεί τελικά στους απελευθερωμένους δεσμώτες και θα τους τυφλώσει με τη λάμψη του. Η Ιδέα του αγαθού είναι επομένως κάτι περισσότερο από την ανώτερη ιεραρχικά Ιδέα. Ο Πλάτων δείχνει να της αποδίδει και τον ρόλο της αρχής, μιας αρχής που τοποθετείται υψηλότερα από τις Ιδέες και ευθύνεται κατά κάποιον τρόπο για την ύπαρξη τους.

Στους ύστερους διαλόγους του ο Πλάτων θα επεξεργαστεί τη μέθοδο της «διαίρεσης» και της «συναγωγής » , δηλαδή τη συστηματική χαρτογράφηση των Ιδεών και τη μελέτη των μεταξύ τους σχέσεων. Αν και στους διαλόγους αυτούς δεν γίνεται μνεία της Ιδέας του αγαθού, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ως γενικότερη Ιδέα συλλαμβάνεται και πάλι το Αγαθό.

Στις εκφράσεις «ἀνυπόθετος ἀρχὴ τοῦ παντός» και «ἐπέκεινα τῆς οὐσίας», στηρίχθηκε η πεποίθηση ότι το Αγαθό της Πολιτείας ταυτίζεται με το Ένα των λεγόμενων «αγράφων δογμάτων» του Πλάτωνα, της προφορικής δηλαδή διδασκαλίας του Πλάτωνα που απευθυνόταν μόνο στους μυημένους της Aκαδημίας . 

Άλλοι ερμηνευτές πάλι ταύτισαν το Αγαθό με τον πλατωνικό θεό . Όπως και να έχουν τα πράγματα, η τοποθέτηση του Aγαθού ἐπέκεινα τῆς οὐσίας δεν παύει να σημαίνει και κάτι πιο απλό: ότι, για τον Πλάτωνα, όλη η γνώση έχει ηθική θεμελίωση, ότι η ηθική προηγείται της γνωσιολογίας. 

O Πλάτων υιοθετεί το σωκρατικό πρόταγμα ότι η αρετή είναι γνώση· δέχεται όμως και την αντιστροφή του: η γνώση είναι αρετή. Γι’ αυτό στην κορυφή της πυραμίδας των Iδεών τοποθετείται η κατ’ εξοχήν ηθική Iδέα, η Iδέα του αγαθού, η ίδια η Αρετή - στην ελληνική γλώσσα οι εκφράσεις «τὸ ἀγαθόν» και «ἀρετή» είναι ισοδύναμες.

tro-ma-ktiko.blogspot.gr

Αριστοτέλης – Η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα


Συνήθως, οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι, όση και να έχουν αρετή, είναι αρκετή, ενώ για τον πλούτο, τα χρήματα, την ισχύ, τη δόξα, και όλα τα σχετικά, πιστεύουν πως, όσα και να έχουν, δε φθάνουν.

Ο Αριστοτέλης, σε όλους αυτούς, διαμηνύει να προσέξουν ότι δεν αποκτούν και δεν μπορούν να διαφυλάξουν τις αρετές με τα εξωτερικά αγαθά, αλλά, αντίθετα, εκείνα με αυτές. 

Την ευτυχισμένη ζωή, είτε υπάρχει στη χαρά, είτε στην αρετή, είτε και στα δυο, περισσότερο τη βρίσκουμε σ’ εκείνους που έχουν καλλιεργήσει στο έπακρο το ήθος τους και τη διάνοια, ενώ παραμένουν μετριοπαθείς και μετρημένοι όταν πρόκειται για την κτήση εξωτερικών αγαθών' όχι, όμως, σ’ εκείνους που διαθέτουν αγαθά περισσότερα από τα χρήσιμα, ενώ, την ίδια στιγμή, υπολείπονται στο ήθος και τη διάνοια. 

Γιατί τα εξωτερικά αγαθά εξαντλούνται, και περισσότερο αποτελούν μέσο, όπως καθετί που χρησιμεύει σε κάτι άλλο' η υπερεπάρκειά τους, όμως, αναγκαστικά, είτε βλάπτει είτε, τελικά, δεν ωφελεί καθόλου όσους τα διαθέτουν. 

Τα αγαθά, τώρα, που αφορούν στην ψυχή, όσο κι αν αφθονούν, τόσο πιο πολύ είναι χρήσιμα' εφόσον, βέβαια, πρέπει να ζητούμε και σ’ αυτά, όχι μόνο το ωραίο αλλά και το χρήσιμο. 

Αν επιπλέον, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα, θα πρέπει, για το καθένα, να εξασφαλίσουμε την καλύτερη εκδοχή, σύμφωνα με την ιεραρχία που εγκαθιστούμε ανάμεσά τους. 

Άλλωστε, από τη φύση, επιβάλλεται να επιλέγουμε τα εξωτερικά αγαθά προς όφελος της ψυχής, πράγμα που πρέπει να κάνουν όλοι όσοι σκέφτονται σωστά,' και όχι να υποτάσσουμε την ψυχή στην αναζήτηση των εξωτερικών αγαθών.

Καθένας, τώρα, αξιώνεται την ευδαιμονία στο βαθμό που διαθέτει αρετή και φρόνηση, και φροντίζει να ενεργεί σύμφωνα με αυτές. Τον εσωστρεφή προσανατολισμό, και την εσωτερική διάσταση της ευδαιμονίας, ο Αριστοτέλης την κατοχυρώνει με την αναφορά στο θεό. 

Εκείνος είναι ευδαίμων και μακάριος όχι εξαιτίας των εξωτερικών αγαθών, αλλά χάρη στον εαυτό του και σε αυτό που είναι από τη φύση. Γι’ αυτό, αναγκαστικά, η ευδαιμονία διακρίνεται από την ευτυχία. Η δεύτερη αφορά στα αγαθά που δεν έχουν να κάνουν με την ψυχή' γι’ αυτά αρμόδια είναι η τύχη. Δίκαιος και σώφρων, όμως, δεν είναι κανένας από τύχη. 

Το ίδιο, ακριβώς, ισχύει και για την πόλη που θέλει να ζει ευτυχισμένα. Είναι αδύνατο να ευτυχούν εκείνοι που δεν ενεργούν σωστά. Κανένα έργο, ανθρώπου ή πόλης, δεν είναι καλό, που δε συνοδεύεται ή δεν απορρέει από την αρετή και τη φρόνηση. 

Επομένως, άριστος βίος, τόσο μεμονωμένα, για τον κάθε άνθρωπο, όσο και γενικά, για τις πόλεις, είναι εκείνος που συνέχεται από αρετή σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πράξεις που έχει να επιδείξει, να είναι πράξεις αρετής 

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η αρετή έχει να κάνει με τη χαρά, την αγάπη και το μίσος που κατευθύνονται σωστά, «ορθώς». Η εισαγωγή στο βίο της αρετής, είναι, πρώτα, έργο της παιδείας, και συγκεκριμένα της μουσικής, που περιλαμβάνει την ποίηση, την όρχηση και το μέλος, και αποστολή της είναι να διδάσκει και να εθίζει στην ορθή κρίση, αλλά και στη χαρά με τα ευγενή ήθη και τις ωραίες πράξεις. 

Οι ρυθμοί και οι μελωδίες εξομοιώνουν, διαμορφώνουν ομοιώματα ηθών όπως η οργή, η πραότητα, η ανδρεία και η σωφροσύνη, αλλά και τα αντίθετα σε αυτά. Στην πράξη, μάλιστα, η ψυχή υφίσταται μεταβολή, όταν ακούγονται παρόμοιοι ρυθμοί και μελωδίες. 

Έτσι, καθώς οι άνθρωποι συνηθίζουν να λυπούνται και να χαίρονται με τις εξομοιώσεις, φθάνουν, και σε πραγματικές συνθήκες, σε αληθινές περιστάσεις, να νιώθουν με τον ίδιο τρόπο…….. 

Το είδαμε εδώ

Τι σημαίνει η λέξη «Πατρίδα»


Το κείμενο αυτό είναι η μετάφραση από τα γαλλικά του λήμματος PATRIE, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην Εγκυκλοπαίδεια του Ντιντερό και του Ντ’ Αλαμπέρ (Encyclopedie de Diderot et d’ Alembert). Το λήμμα αυτό γράφτηκε την 1η Δεκεμβρίου 1765, από τον Louis de Jaucourt (D.J.).

Ο Ρήτορας που ασχολείται λίγο με τη λογική, ο γεωγράφος που δεν τον απασχολεί παρά μόνο η θέση των τόπων και ο χυδαίος λεξικογράφος θεωρούν σαν πατρίδα τον τόπο γέννησης, όποιος και αν είναι αυτός.

Αλλά ο φιλόσοφος γνωρίζει ότι αυτή η λέξη προέρχεται από το λατινικό pater, που αντιπροσωπεύει έναν πατέρα και παιδιά και επομένως εκφράζει την έννοια που αποδίδουμε στην οικογένεια, στην κοινωνία, στο ελεύθερο κράτος, του οποίου αποτελούμε μέλη, και του οποίου οι νόμοι εξασφαλίζουν τις ελευθερίες μας και την ευτυχία μας.

Δεν υπάρχει πατρίδα κάτω από το ζυγό του δεσποτισμού.

Τον περασμένο αιώνα, ο Colbert συνέχεε τη βασιλική επικράτεια με την πατρίδα. Τελικά, ένας σύγχρονός μας, παρουσίασε μια διατριβή γι αυτή τη λέξη, στην οποία προσδιόρισε με τόση χάρη και ακρίβεια, τη σημασία αυτού του όρου, τη φύση του και την ιδέα που πρέπει να του αποδώσουμε, που θα έκανα λάθος αν δεν εμπλούτιζα, ή μάλλον διαμόρφωνα, το άρθρο μου βασισμένο σε σκέψεις αυτού του πνευματικού ανθρώπου.

Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι δε γνώριζαν τίποτα πιο αγαπητό και πιο ιερό από την πατρίδα.

Έλεγαν ότι χρωστούν τα πάντα σ’ αυτή. Ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο για το οποίο να αξίζει κανείς να πάρει εκδίκηση, εκτός από την πατρίδα και τον πατέρα.

Ότι δεν πρέπει κανείς να έχει άλλους φίλους εκτός από τους φίλους της πατρίδας.

Ότι, απ’ όλους τους οιωνούς, ο καλύτερος είναι να μάχεται κανείς γι αυτήν.

Ότι είναι ωραίο, ότι είναι γλυκό να πεθάνει κανείς για να την υπερασπιστεί.

Ότι οι ουρανοί δεν αποκαλύπτονται παρά μόνο σε σ’ αυτούς που την έχουν υπηρετήσει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μιλούσαν οι δικαστές, οι πολεμιστές και ο λαός.

Τι αντίληψη λοιπόν είχαν διαμορφώσει για την πατρίδα;

H πατρίδα, έλεγαν, είναι μια γη που όλοι όσοι την κατοικούν ενδιαφέρονται για την διατήρησή της, που κανείς δεν θέλει να την εγκαταλείψει, γιατί κανείς δεν εγκαταλείπει την ευτυχία του, και όπου οι ξένοι αποζητούν ένα άσυλο.

Είναι μια τροφός που προσφέρει το γάλα της με τόση ευχαρίστηση, όση νιώθουν αυτοί που το δέχονται.

Είναι μια μητέρα που αγαπά όλα τα παιδιά της, που δεν τα ξεχωρίζει παρά μόνο όσο ξεχωρίζουν από μόνα τους.

Που επιθυμεί να υπάρχει και η αφθονία και η μετριότητα, αλλά καθόλου φτώχεια.

Μεγάλοι και μικροί, αλλά κανένας στερημένος. Που, ακόμα και σ’ αυτή την άνιση μοιρασιά, διατηρεί ένα βαθμό ισότητας, ανοίγοντας σε όλους το δρόμο για τις πρώτες θέσεις.

Που δεν αντέχει να υποφέρει καμιά δυστυχία μέσα στην οικογένεια, παρά μόνο αυτές που δεν μπορεί να αποφύγει, την αρρώστια και τον θάνατο.

Που θεωρεί ότι δεν έχει κάνει τίποτα γεννώντας απλά τα παιδιά της, αν δεν τους εξασφαλίσει και την καλή ζωή.

Είναι μια δύναμη παλιά όσο και η κοινωνία, θεμελιωμένη στη φύση και την τάξη.

Μια δύναμη ανώτερη από κάθε άλλη που υπάρχει στα σπλάχνα της, άρχοντες, δικαστές, έφοροι, σύμβουλοι ή βασιλιάδες.

Μια δύναμη που υποτάσσει στους νόμους της τόσο αυτούς που διοικούν στο όνομά της, όσο και αυτούς που διοικούνται.

Είναι μια θεότητα που δέχεται προσφορές, μόνο και μόνο για να τις διαμοιράσει , που αποζητά μάλλον το συναισθηματικό δέσιμο παρά την πίστη, που χαμογελάει όταν κάνει το καλό και δυσανασχετεί όταν κατακεραυνώνει.

Τέτοια είναι η πατρίδα! Η αγάπη που της έχουμε οδηγεί στην πραότητα των ηθών και η πραότητα των ηθών οδηγεί στην αγάπη για την πατρίδα.

Αυτή η αγάπη είναι η αγάπη για τους νόμους και το καλό της πολιτείας, αγάπη που αναπτύσσεται μόνο στις δημοκρατίες.

Είναι μια πολιτική αρετή, βάσει της οποίας κανείς απαρνείται τον εαυτό του, προκρίνοντας το κοινό συμφέρον έναντι του δικού του. Είναι ένα συναίσθημα και όχι μια συνέπεια. Ο τελευταίος άνθρωπος σε ένα κράτος μπορεί να έχει αυτό το συναίσθημα, όπως ακριβώς και ο αρχηγός της δημοκρατίας.

Η λέξη πατρίδα είναι μια από τις πρώτες λέξεις που τα παιδιά ψέλλιζαν στους αρχαίους Έλληνες και τους Ρωμαίους.

Ήταν το πνεύμα των συζητήσεων και η κραυγή του πολέμου.

Εμπλούτιζε την ποίηση, διήγειρε τους ρήτορες, κυριαρχούσε στη γερουσία, αντηχούσε στο θέατρο και στις λαϊκές συνελεύσεις. Ήταν χαραγμένη στα μνημεία.

Ο Κικέρων έβρισκε αυτή τη λέξη τόσο προσφιλή, που την προτιμούσε από κάθε άλλη, όταν μιλούσε για τα συμφέροντα της Ρώμης.

Υπήρχαν επίσης, στους αρχαίους Έλληνες και τους Ρωμαίους, συνήθειες που τάφοι, επιτάφιοι λόγοι, ήταν όλα πηγές του πατριωτισμού.

Υπήρχαν επίσης πραγματικά λαϊκά θεάματα, όπου όλες οι τάξεις διασκέδαζαν από κοινού. Βήματα όπου η πατρίδα, μέσω των λόγων των ρητόρων, διαβουλευόταν με τα παιδιά της, πάνω στα μέσα που θα τα καθιστούσαν ευτυχισμένα και ελεύθερα.

Αλλά ας περάσουμε στην απαρίθμηση των στοιχείων που θα αποδείξουν όλα όσα έχουμε ήδη αναφέρει.

Όταν οι Έλληνες νίκησαν τους Πέρσες στη Σαλαμίνα, άκουγε κανείς από τη μια πλευρά τη φωνή ενός αυτοκρατορικού άρχοντα που ωθούσε σκλάβους στη μάχη και από την άλλη τη λέξη πατρίδα που κινητοποιούσε ελεύθερους ανθρώπους.

Οι Έλληνες δεν είχαν τίποτα πιο πολύτιμο από την αγάπη για την πατρίδα. Το να εργάζονται γι αυτήν ήταν η ευτυχία και η δόξα τους.

Ο Λυκούργος, ο Σόλων, ο Μιλτιάδης, ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης προτιμούσαν την πατρίδα τους από κάθε τι άλλο στον κόσμο.

Ο ένας, σε ένα πολεμικό συμβούλιο που οργανώθηκε από τη δημοκρατία, βλέπει το μπαστούνι του Ευρυβιάδη να σηκώνεται κατά πάνω του. Δεν απαντά παρά με τις παρακάτω τρεις λέξεις: χτύπα, αλλά άκουσε.

Ο Αριστείδης, αφού για μακρό διάστημα διαχειριζόταν τις δυνάμεις και τα οικονομικά της Αθήνας, δεν άφησε ούτε καν αυτά που χρειαζόταν για να ταφεί.

Οι γυναίκες στη Σπάρτη ήθελαν να αρέσουν όπως θέλουν και οι δικές μας. Αλλά θεωρούσαν ότι θα έφταναν πιο σίγουρα στο στόχο αυτό, αν συνδύαζαν το ζήλο για την πατρίδα με τις χάρες.

Πήγαινε, γιε μου, έλεγε η μια, εξοπλίσου για να υπερασπιστείς την πατρίδα και γύρισε ή με την ασπίδα σου ή πάνω στην ασπίδα σου, δηλαδή, νικητής ή νεκρός.

Παρηγορήσου, έλεγε η άλλη σε έναν από τους γιούς της, παρηγορήσου για το πόδι που έχασες, γιατί δε θα κάνεις ούτε βήμα χωρίς να σου θυμίζει ότι υπερασπίστηκες την πατρίδα.

Μετά τη μάχη στα Λεύκτρα, όλες οι μητέρες αυτών που είχαν χαθεί μαχόμενοι χαίρονταν, σε αντίθεση με τις άλλες, που έκλαιγαν πάνω στους γιους τους, που επέστρεφαν ηττημένοι.

Περηφανεύονταν ότι έφερναν άντρες στον κόσμο, γιατί, από την κούνια ακόμα, τους παρουσίαζαν την πατρίδα σαν πρώτη τους μητέρα.

Η Ρώμη, που είχε δεχτεί από τους Έλληνες την ιδέα ότι έπρεπε να διαμορφώσει πατρίδα, τη χάραξε πολύ βαθιά στην καρδιά των πολιτών της.

Υπήρχε ακόμα αυτή η ιδιαιτερότητα στους Ρωμαίους, ότι συνέδεαν ορισμένα θρησκευτικά συναισθήματα με την αγάπη που είχαν για την πατρίδα τους.

Αυτή η πόλη που είχε θεμελιωθεί με τους καλύτερους οιωνούς, αυτός ο Ρωμύλος που ήταν ταυτόχρονα ο βασιλιάς και ο θεός τους, αυτό το καπιτώλιο που ήταν αιώνιο όπως και η πόλη και η πόλη αιώνια όπως και ο ιδρυτής της, προξενούσαν στους Ρωμαίους εξαιρετική εντύπωση.

Ο Βρούτος, για να διατηρήσει την πατρίδα του, αποκεφάλισε τους γιούς του. Και μια τέτοια ενέργεια θα φαινόταν αφύσικη μόνο σε αδύναμα πνεύματα. Χωρίς το θάνατο των δυο προδοτών, η πατρίδα του Βρούτου θα εξέπνεε εν των γενάσθαι.

Ο Valerius Publicola δεν είχε παρά να αναφέρει το όνομα της πατρίδας για να καταστήσει λαϊκότερη τη Γερουσία.

Ο Menenius Agrippa, για να οδηγήσει τον κόσμο από τον Ιερό Λόφο στην καρδιά της δημοκρατίας. Η Veturia, για να αφοπλίσει το γιο της, τον Καριολάνο.. Οι Manus, Camille και Scipion, για να νικήσουν τους εχθρούς των Ρωμαίων. Οι δυο Κατώνες, για να διατηρήσουν τους νόμους και τα αρχαίο ήθη. Ο Κικέρων, για να τρομάξει τον Αντώνιο και να κεραυνοβολήσει τον Κατιλίνα.

Έχει λεχθεί ότι αυτή η λέξη πατρίδα περιείχε μια μυστική αρετή, όχι για να καθιστά τους πιο δειλούς γενναίους, κατά την έκφραση του Lucien, αλλά επίσης για να γεννά ήρωες σε κάθε γενιά, για να πραγματοποιεί κάθε είδους θαύματα. Καλύτερα να πούμε ότι, στο πνεύμα αυτών των Ελλήνων και Ρωμαίων, υπήρχαν αρετές που τους καθιστούσαν ευαίσθητους στο νόημα της λέξης.

Δεν αναφέρομαι σε αυτές τις μικρές αρετές που αποσπούν επαίνους σαν ανταμοιβή στις μικρής κλίμακας κοινωνίες μας.

Εννοώ αυτές τις ιδιότητες του πολίτη, αυτή τη δύναμη ψυχής που μας κάνει να πραγματοποιούμε και να υπομένουμε μεγάλα έργα για το κοινό καλό.

Ο Fabius χλευάστηκε, περιφρονήθηκε, προσβλήθηκε, από το συναγωνιστή του και από το στρατό του. Χωρίς να δώσει σημασία, δεν άλλαξε τίποτα από το σχέδιό του, χρονοτρίβησε κι άλλο και έφτασε σχεδόν στο σημείο να νικήσει τον Αννίβα.

Ο Regulus, για να εξασφαλίσει ένα πλεονέκτημα για τη Ρώμη απορρίπτει την ανταλλαγή αιχμαλώτων, ενώ είναι ο ίδιος αιχμάλωτος και επιστρέφει στην Καρχηδόνα, όπου τον περιμένουν βασανιστήρια. Τα ίχνη του Decius τον εκθέτουν, στέλνοντάς τον σε σίγουρο θάνατο.

Στο βαθμό που θεωρούμε αυτούς τους πολίτες στρατηγούς σαν επιφανείς ανόητους και τις πράξεις τους σαν θεατρινίστικες αρετές, δε γνωρίζουμε καλά τη λέξη πατρίδα.

Ίσως να μην ακούστηκε αυτή η ωραία λέξη με περισσότερο σεβασμό, περισσότερη αγάπη, περισσότερη αξία, από την εποχή του Fabricius.

Όλοι γνωρίζουν αυτό που είπε στον Πύρρο: «Κρατήστε το χρυσό σας και τις τιμές σας, εμείς οι Ρωμαίοι, είμαστε όλοι πλούσιοι, γιατί η πατρίδα, για να μας ανεβάσει στα υψηλά αξιώματα, δε μας ζητάει παρά μόνο την αξία μας». Αλλά δεν γνωρίζουν όλοι ότι το ίδιο θα έλεγαν και χίλιοι άλλοι Ρωμαίοι.

Αυτός ο πατριωτικός τόνος ήταν ο γενικός τόνος σε μια πόλη, όπου όλοι οι κανόνες ήταν ηθικοί. Γι’ αυτό και η Ρώμη φάνηκε στον Κυνέα, τον πρεσβευτή του Πύρρου, σαν ναός και η Σύγκλητος σαν μια ακτινοβολούσα συνέλευση.

Τα πράγματα άλλαξαν μαζί με τα ήθη. Προς το τέλος της δημοκρατίας δεν αναγνώριζαν πια τη λέξη πατρίδα παρά για να τη βεβηλώσουν.

Ο Κατιλίνας και οι εξοργισμένοι συνεργοί του καταδίκαζαν σε θάνατο όποιον τη πρόφερε ακόμα στη ρωμαϊκή γλώσσα.

Ο Κράσσος και ο Καίσαρας δεν τη χρησιμοποιούσαν παρά για να συγκαλύψουν τη φιλοδοξία τους.

Κι όταν στη συνέχεια ο ίδιος ο Καίσαρας, διαβαίνοντας το Ρουβικώνα, είπε στους στρατιώτες του ότι θα έπαιρνε εκδίκηση για τις προσβολές που είχε δεχθεί η πατρίδα, έκανε κατάχρηση της δύναμης του στρατεύματός του.

Δεν μάθαιναν πια να αγαπούν την πατρίδα όσοι δειπνούσαν σαν τον Κράσσο, οικοδομούσαν σαν το Βερρές, κατέστρωναν σχέδια τυραννίας σαν τον Καίσαρα, κολάκευαν τον Καίσαρα σαν τον Αντώνιο.

Παρ’ όλ’ αυτά γνωρίζω ότι μέσα σ’ αυτή την κατάρρευση, της διακυβέρνησης και των ηθών, έβλεπε κανείς ακόμα κάποιους Ρωμαίους να αγωνιούν για το καλό της πατρίδας τους.

Ο Titus Labienus είναι ένα παράδειγμα πολύ ξεχωριστό. Αντιμετωπίζοντας με ανωτερότητα της ελκυστικές φιλοδοξίες, ο φίλος του Καίσαρα, ο σύντροφος και συχνά το μέσον για τις νίκες του τελευταίου, εγκατέλειψε χωρίς δισταγμό μια σίγουρη προοπτική. Και θυσιαζόμενος για την αγάπη της πατρίδας του, επέλεξε το κόμμα του Πομπήιου, όπου ρίσκαρε τα πάντα και όπου, ακόμα και σε περίπτωση επιτυχίας, δεν θα έβρισκε παρά πολύ μέτρια αναγνώριση.

Όμως τελικά η Ρώμη υπό τον Τιβέριο ξέχασε κάθε αγάπη για την πατρίδα. Και πώς άλλωστε θα μπορούσε να τη διατηρήσει;

Έβλεπε κανείς τη ληστεία συνδεδεμένη με την εξουσία, τη μηχανορραφία και την ίντριγκα να διαφεύγουν από κατηγορίες, όλα τα πλούτη στα χέρια των λίγων, μια υπερβολική χλιδή να αποτελεί προσβολή προς την ακραία ανέχεια, τον καλλιεργητή να θεωρεί το χωράφι του απλή πρόφαση για κακομεταχείριση.

Κάθε πολίτης να απαξιώνει το γενικό καλό, και να ενδιαφέρεται μόνο για το δικό του. Όλες οι αρχές της διακυβέρνησης είχαν διαφθαρεί. Όλοι οι νόμοι βασίζονταν στη θέληση του κυρίαρχου.

Περισσότερη δύναμη στη Σύγκλητο, σήμαινε μεγαλύτερη σιγουριά για τους ιδιώτες.

Οι Συγκλητικοί που θα ήθελαν να υπερασπιστούν τη δημόσια ελευθερία ρίσκαραν τη δική τους. Δεν ήταν παρά μια καλυμμένη τυραννία, που ασκούνταν υπό τον ίσκιο της ποίησης, κι αλλοίμονο σε όποιον το αντιλαμβανόταν.

Το να παρουσιάσει κανείς τους φόβους του σήμαινε να τους πολλαπλασιάσει.

Ο Τιβέριος αποτραβήχτηκε στο νησί του Κάπρι, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στον Seianus. Και ο Seianus, αντάξιος ενός τέτοιου αφεντικού, έκανε ό,τι απαιτούνταν για να πνίξει στους Ρωμαίους κάθε αγάπη για την πατρίδα τους.

Τίποτα δε δοξάζει περισσότερο τον Τραϊανό από το ότι ξαναζωντάνεψε τα συντρίμμια. Έξι τύραννοι, εξίσου βάναυσοι, σχεδόν όλοι μανιακοί, συχνά ηλίθιοι, προηγήθηκαν από τον Τραϊανό στο θρόνο. Οι θητείες του Τίτου και του Νέρβα ήταν πού σύντομες για να μπορέσουν να αποκαταστήσουν την αγάπη της πατρίδας. Ο Τραϊανός κατέστρωσε σχέδιο για να υπερβεί όλ’ αυτά. Ας δούμε πως τα κατάφερε.

Άρχισε λέγοντας στον Saburanus, πραιτοριανό αξιωματούχο, δίνοντάς του το σύμβολο αυτού του αξιώματος, που ήταν ένα ξίφος:

«Πάρε αυτό το όπλο, για να το χρησιμοποιήσεις προς υπεράσπισή μου αν κυβερνάω σωστά τη πατρίδα μου, ή εναντίον μου αν συμπεριφέρομαι άσχημα». Ήταν σίγουρος για τις ενέργειές του.

Αρνήθηκε τα χρήματα που δέχονταν οι νέοι αυτοκράτορες από τις πόλεις.

Ελάττωσε σημαντικά τους φόρους, πούλησε ένα μέρος των αυτοκρατορικών κατοικιών σε όφελος του κράτους. Έδωσε παροχές σε όλους τους φτωχούς πολίτες.

Εμπόδισε τους πλούσιους να πλουτίσουν υπερβολικά.

Αυτοί που τους έδωσε αξιώματα, οι θυσαυροφύλακες, οι πραίτορες, οι ανθύπατοι, δεν είχαν παρά μόνο ένα μέσο για να τα διατηρήσουν. Να φροντίσουν για την ευτυχία του λαού.

Επανέφερε την αφθονία, την τάξη και τη δικαιοσύνη στις επαρχίες και στη Ρώμη, όπου το παλάτι του ήταν ανοικτό στο κοινό όσο και οι ναοί, ιδιαίτερα σε αυτούς που αντιπροσώπευαν τα συμφέροντα της πατρίδας.

Όταν ο κόσμος έβλεπε τον άρχοντα του κόσμου να υποτάσσεται στο νόμο, να δίνει στη Γερουσία την αίγλη και την εξουσία, να μην κάνει τίποτα χωρίς συνεννόηση με αυτήν, να μην αντιμετωπίζει το αυτοκρατορικό αξίωμα παρά σαν μια απλή αρμοδιότητα υπόλογη στην πατρίδα, επί τέλους το καλό φάνηκε να αποκτά υπόσταση για το μέλλον.

Ο κόσμος δεν ήταν πια μαζεμένος.

Οι γυναίκες χαίρονταν που είχαν δώσει παιδιά για την πατρίδα.

Οι νέοι μιλούσαν μόνο για την προβάλλουν.

Οι γέροντες ξαναέπαιρναν δυνάμεις για να την υπηρετήσουν.

Όλοι φώναζαν ευτυχισμένη πατρίδα! Δοξασμένος αυτοκράτορας!

Όλοι κατ’ ευφημισμό απέδωσαν στον καλύτερο από τους πρίγκηπες έναν τίτλο που ενσωμάτωνε όλους τους τίτλους, πατέρα της πατρίδας.

Αλλά όταν τη θέση την κατέλαβαν καινούρια τέρατα, η διακυβέρνηση ξέπεσε πάλι. Οι στρατιώτες πούλησαν την πατρίδα και δολοφόνησαν τους αυτοκράτορες για να πάρουν νέα αμοιβή.

Μετά από αυτές τις λεπτομέρειες, δεν έχω την ανάγκη να αποδείξω ότι δεν μπορεί να υπάρξει πατρίδα στα κράτη που είναι υπόδουλα.

Έτσι κι αυτοί που ζουν κάτω από τον ανατολικό δεσποτισμό, όπου δεν γνωρίζουν άλλο νόμο από τη θέληση του άρχοντα, άλλες συνήθειες από τη λατρεία των ιδιοτροπιών του, άλλες αρχές διακυβέρνησης από τον τρόμο, όπου καμιά περιουσία και κανένα κεφάλι δεν έχουν σιγουριά.

Αυτοί δεν έχουν καθόλου και δεν γνωρίζουν καν τη λέξη, που είναι η πραγματική έκφραση της ευτυχίας.

Με το ζήλο που με παρακινεί, λέει ο Αββάς Κογιέ, έχω μελετήσει σε πολλά μέρη ανθρώπους από όλες τις τάξεις: Πολίτες, τους είπα, γνωρίστε την πατρίδα! Ο άνθρωπος του λαού έκλαψε, ο δικαστής έσμιξε τα φρύδια του τηρώντας μια σκυθρωπή σιωπή, ο στρατιωτικός ορκίστηκε, ο αυλικός με χλεύασε, ο τραπεζίτης με ρώτησε αν ήταν το όνομα ενός καινούριου κτήματος. Οι άνθρωποι της θρησκείας, οι οποίοι, όπως ο Αναξαγόρας, δείχνουν με το δάκτυλο στον ουρανό όταν τους ρωτούν που είναι η πατρίδα, δεν είναι τυχαίο που δεν τη χαίρονται καθόλου σ’ αυτή τη γη.

Ένας ευγενής που είναι γνωστός τόσο από τις ομιλίες τους όσο και από τα γραπτά του, έχει γράψει κάπου, ίσως με υπερβολική πικρία, ότι στη χώρα του η φιλοξενία έχει μετατραπεί σε πολυτέλεια, η ευχαρίστηση σε κραιπάλη, οι άρχοντες σε αυλικούς, οι αστοί σε μικροαστούς. Αν είναι όντως έτσι, τι κρίμα, η αγάπη για την πατρίδα δε θα μπορούσε να ξαναγεννηθεί.

Οι διεφθαρμένοι πολίτες είναι πάντα έτοιμοι να κατασπαράξουν την πατρίδα τους ή να προκαλέσουν αναταραχές και φατρίες που είναι τόσο καταστροφικές για το κοινό καλό. (D.J.)

Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΑΝΤΑΙΟΣ τεύχος 1ο (Ιούνιος – Ιούλιος 2015)- 

Το είδαμε εδώ 

Έλληνες αρχαίοι φιλόσοφοι με απλά λόγια (Video)


Δεκάδες τόνοι μελάνι έχουν ξοδευτεί ανά τους αιώνες για την ανάλυση των ιδεών των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Πώς μπορούν λοιπόν να χωρέσουν σε μερικές αράδες οι σημαντικότερες εξ αυτών; Πώς εξηγούνται με λίγα λόγια οι «σκιές» και η Πολιτεία του Πλάτωνα, τα παράδοξα του Ζήνωνα ή μεσότητα του Αριστοτέλη;

Καλώς ή κακώς, δεν γίνεται να εξηγηθούν πλήρως και εμπεριστατωμένα μέσα σε μια παράγραφο. Μπορούν όμως αυτές οι παράγραφοι να σας δώσουν μια καλή ιδέα για το βασικό μήνυμα που ήθελε να δώσει στην ανθρώπινη σκέψη ο καθένας τους και για τον λόγο που έμειναν στην Ιστορία ως λαμπρά μυαλά, και –γιατί όχι;- να σας ανοίξουν την όρεξη να διαβάσετε περισσότερα για να εμβαθύνετε στον κόσμο της κλασικής φιλοσοφίας.

Σωκράτης



Ήταν η «ενοχλητική μύγα» των Αθηναίων, γιατί όπως έλεγαν τους ανάγκαζε να σκέφτονται και να οδηγούνται σε συνειδητά συμπεράσματα. Σημαντικό μέσο του προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η «μαιευτική μέθοδος»: Μέσα από ερωτήσεις, όπως θα τις έθετε κάποιος εντελώς άσχετος με το προς συζήτηση θέμα, εκμαίευε απαντήσεις που οδηγούσαν τον συνομιλητή τους στην αλήθεια (όπως την εννοούσε εκείνος).

Θεωρείται επίσης «μάστορας» της διαλεκτικής: Άφηνε τους συνομιλητές του να εξηγήσουν την άποψή τους, και στη συνέχεια μέσα από ερωταπαντήσεις και παραδείγματα τους έδειχνε τις ακραίες συνέπειες αυτών που υπερασπίζονταν, οδηγώντας τους σε αναθεωρήσεις και νέα συμπεράσματα.

Αυτό για το οποίο του χρωστά πολλά η ανθρωπότητα όμως, είναι το ότι «έφερε την φιλοσοφία από τα αστέρια στη γη». Δεν ασχολήθηκε με φυσικά φαινόμενα, αλλά με τον ίδιο τον άνθρωπο και τις έννοιες του καλού, της αρετής και της χωρίς προκαταλήψεις σκέψης. Σκέψης που τον οδήγησε στο γνωστό, ταπεινό συμπέρασμα «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα» (ένα μόνο ξέρω, πως δεν ξέρω τίποτα).

Μάθετε περισσότερα για τον Σωκράτη εδώ.

Πλάτωνας



Μαθητής του Σωκράτη – και ο άνθρωπος χάρη στον οποίο διασώθηκαν οι θεωρίες του δασκάλου του μέσα από τους «Διαλόγους» που κατέγραψε, ο Πλάτωνας ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με όλα τα φιλοσοφικά ζητήματα που απασχολούν ως σήμερα την ανθρωπότητα, από την ψυχή του ανθρώπου μέχρι την θεϊκή ιδιότητα και την πολιτική.

Σπουδαίο του έργο είναι η περίφημη «Πολιτεία», η κατά τον ίδιο ιδανική κοινωνία ανθρώπων, με σαφή διαχωρισμό τους ανάλογα με τις ικανότητές τους. Η θεωρία του αμφισβητεί την δημοκρατία, κατακρίνει την Τέχνη και θέλει την Πολιτεία να αναλαμβάνει το καθήκον της ανατροφής των παιδιών, καταργώντας την έννοια του γονέα.

Στον πλατωνικό κόσμο επίσης, ο υλικός κόσμος είναι υποδεέστερος των «ιδεών» - μάλιστα όλα τα υλικά αντικείμενα είναι απλά «απεικάσματα» των αληθινών ιδεών – π.χ. το τραπέζι μπροστά σας δεν είναι παρά μια αναπαράσταση της ιδέας του τραπεζιού. Η ψυχή μας, όταν μπήκε στο σώμα μας, ξέχασε αυτές τις ιδέες, γι’ αυτό και η «αλήθεια» (α+λήθη) είναι αυτό που έχει ξεχαστεί.

Με την φιλοσοφία, υποστήριζε ο Πλάτωνας, μπορεί κανείς να φτάσει πιο κοντά στην αλήθεια – κάτι που προσπάθησε να καταστήσει σαφές με τον περίφημο μύθο των Σπηλαίων του – δείτε εδώ ανάλυση και ερμηνεία του από τον Στέλιο Ράμφο.

Αριστοτέλης



Πατέρας της λογικής και της επιστήμης, ο Αριστοτέλης διατύπωσε πρώτος πολλά από όσα σήμερα θεωρεί δεδομένα η ανθρώπινη διανόηση. Ασχολήθηκε με την ηθική, την πολιτική και την τέχνη.

Πρέσβευε την θέαση του κόσμου με στόχο την ευδαιμονία, η οποία δεν είναι παρά η ζωή με αρετή. Η έννοια της αρετής είναι αυτή που τιθασεύει τα πάθη, τα μετριάζει – με άλλα λόγια λειτουργεί ως το «μέτρον».

Το γνωστό «παν μέτρον άριστον» της αριστοτελικής σκέψης θέτει ως αρετές αυτές τις ιδιότητες που βρίσκονται μεταξύ δύο άκρων (π.χ. η πραότητα, ως μεσότητα του θυμού και της αναισθησίας). Ύλη και πνεύμα είναι αδιάσπαστα ενωμένα, ενώ και τα υλικά αγαθά συμβάλλουν στην ευδαιμονία ως συμπληρώματα της αρετής.

Επιπλέον, ο Αριστοτέλης μίλησε κατά κάποιον τρόπο για τον θεό, προσθέτοντας στα μέχρι τότε γνωστά τέσσερα στοιχεία της φύσης ένα πέμπτο (πεμπτουσία), τον «άφθαρτο αιθέρα» που βρίσκεται στον «άνω τόπο».

Μίλησε επίσης για ζητήματα ηθικής αρετής, και τον ρόλο που παίζει στην «πόλη», την φυσική κοινότητα των ανθρώπων, καθώς «ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ζώο» και πρέπει «το σύνολο να προηγείται του μέρους».

Ας μην ξεχνάμε, τέλος, πως χάρη σε αυτόν τέθηκαν τα θεμέλια της μυθοπλασίας και της δραματουργίας, καθώς η Ποιητική του είναι το μόνο γραπτό κείμενο με αναλύσεις της τραγωδίας, που διασώθηκε.

Ηράκλειτος



Επηρέασε σύγχρονους στοχαστές όπως ο Χέγκελ, ο Νίτσε και ο Μαρξ και ήταν ένας από τους πρώτους προσωκρατικούς που προσέγγισε την κοσμολογία. Ο Ηράκλειτος πίστευε πως το σύμπαν διέπεται από έναν βασικό νόμο, αυτόν της συνεχούς αλλαγής. 

Έλεγε πως «κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δύο φορές», καθώς μπορεί αυτό να φαίνεται πως μένει ίδιο, αλλά συνεχώς κυλά και τα νερά ποτέ δεν είναι τα ίδια. Έλεγε πως ο κόσμος προέρχεται από το στοιχείο της φωτιάς (όχι με την σημερινή αντίληψη της έννοιας, αλλά ως «ενέργεια»), και πως αυτό το «πυρ» μεταλλάσσεται σε θάλασσα, γη και πάλι φωτιά κυκλικά, με άλλα λόγια «τα πάντα ρει». 

Τα αντίθετα συνδέονται μεταξύ τους, δημιουργώντας αρμονία – όπως έλεγε «τα υγρά ξηραίνονται», «τα ψυχρά θερμαίνονται» και αντίστροφα. Αυτή η αρμονία επιτυγχάνεται λοιπόν μέσα από τις συνεχείς συγκρούσεις, που είναι κατά τον Ηράκλειτο ο «πόλεμος, πατήρ πάντων». 

Ζήνων ο Ελεάτης 

Θα έλεγε κανείς πως πρόκειται για τον πιο… αρνητικό φιλόσοφο της αρχαιότητας. Ο Ζήνων αφιερώθηκε στην άρνηση και στην απόδειξη πως οι αντίπαλοί του έκαναν λάθος – κάτι που ωστόσο δεν είναι και εντελώς άχρηστο στην ανθρώπινη σκέψη.

Αυτό όμως για το οποίο έμεινε γνωστός είναι για τον τρόπο που ωθούσε τους ανθρώπους να αντιληφθούν την πραγματικότητα: Αμφισβητώντας την κοινή αντίληψη και την κοινή λογική. Προς απόδειξη της θέσης του, διατύπωσε τα περίφημα «παράδοξά» του – ένα από αυτά είναι το παράδοξο του Αχιλλέα (γνωστού δρομέα της αρχαιότητας) και της χελώνας: 

Αν γίνει ένας αγώνας δρόμου μεταξύ του Αχιλλέα και μιας χελώνας, και η χελώνα ξεκινήσει με προβάδισμα ενός σταδίου, ο Αχιλλέας δεν θα μπορέσει ποτέ να φτάσει την χελώνα, αν ακολουθήσουμε την κοινή λογική. 

Κι αυτό γιατί, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως ο δρομέας είναι 100 φορές πιο γρήγορος από τη χελώνα, τότε όταν ο δρομέας θα έχει διανύσει ένα στάδιο, η χελώνα θα έχει διανύσει ένα στάδιο και 1/100 του σταδίου. 

Όταν ο δρομέας θα έχει διανύσει ένα στάδιο και ένα εκατοστό του σταδίου, η χελώνα θα έχει διανύσει ένα στάδιο, ένα εκατοστό και ένα εκατοστό του εκατοστού του σταδίου κ.ο.κ. 

Δείτε εδώ και άλλα οξύμωρα του Ζήνωνα που αντιτίθενται στην κοινή αντίληψη των πραγμάτων.  

Το είδαμε εδώ

Τα τέσσερα στοιχεία στην αρχαία Ελληνική φιλοσοφία


Σύμφωνα με την οντολογική θεωρία των τεσσάρων στοιχείων όλος ο κόσμος δομείται θεμελιακά από τέσσερα βασικά στοιχεία.

Από αυτά, τις αλληλεπιδράσεις και τις αναμείξεις τους οικοδομούνται όλα τα υλικά και άϋλα, ορατά και αόρατα αντικείμενα του Σύμπαντος. Τα τέσσερα στοιχεία έχουν τα εξής ονόματα:

Φωτιά

Αέρας

Νερό

Γη

Οι όροι παραπέμπουν στις αντίστοιχες φυσικές έννοιες της φωτιάς, των αερίων, του νερού και του εδάφους, λόγω παρεμφερών ιδιοτήτων, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για υποτιθέμενα οντολογικά θεμέλια συστατικά της φύσης και όχι για τις γνωστές έννοιες της καθημερινότητας.

Η μεταφυσική θεωρία των τεσσάρων στοιχείων βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής φιλοσοφίας και οι περισσότεροι φιλόσοφοι ασχολούνταν με αυτά.

Ωστόσο δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους για το αν και ποιο στοιχείο είναι το βασικότερο και πλέον πρωταρχικό στη δημιουργία του κόσμου. Ο Θαλής ο Μιλήσιος (624-546 π.Χ.) υποστήριζε την άποψη, ότι τα υλικά σώματα αποτελούνται από το βασικό υλικό που είναι το νερό.

Ο Αναξιμένης (585-525 π.Χ.) αντίθετα υποστήριζε ότι το βασικό υλικό είναι ο αέρας, και ότι τα άλλα δύο στοιχεία, το νερό και η γη αποτελούνται από συμπυκνωμένο αέρα. Ο Ηράκλειτος από την πλευρά του υποστήριζε ότι η φωτιά είναι το βασικό στοιχείο.

Ο Πυθαγόρας δίδασκε ότι τα τέσσαρα στοιχεία αποτελούν μία Τετρακτύ αντιστοιχίζοντας την φωτιά προς τη μονάδα, τον αέρα προς τη δυάδα, το νερό προς την τριάδα και τη γη προς την τετράδα, όπως μας αναφέρει ο Ιάμβλιχος.

Ο Εμπεδοκλής θεωρούσε ότι και τα τέσσερα στοιχεία είναι βασικά, και ότι το κάθε στοιχείο έχει βασικές ιδιότητες, έτσι ώστε από την σύνθεση των τεσσάρων αυτών στοιχείων να σχηματίζονται όλα τα υπόλοιπα υλικά.

Αργότερα, ο Πλάτωνας (περ. 428-347 π.Χ.) πρόσθεσε τον Αιθέρα και όρισε για κάθε στοιχείο ένα γεωμετρικό στερεό θέσεις που στην ουσία διδάσκονταν από τους Πυθαγόρειους:

το τετράεδρο για την φωτιά,

το εξάεδρο για την γη,

το οκτάεδρο για τον αέρα,

το δωδεκάεδρο για τον αιθέρα,

και το εικοσάεδρο για το νερό.

Ο Θέων ο Σμυρναίος μάλιστα αναφέρει τα τέσσερα στοιχεία να αποτελούν την τέταρτη κατά σειρά τετρακτύν στο σύνολο των ένδεκα τετρακτύων που όπως υποστήριζε υπάρχουν στον κόσμο.

Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) καθόρισε τις ιδιότητες των τεσσάρων στοιχείων (κρύο/ζέστη, ξηρό/υγρό) και έδωσε στον αιθέρα την υπόσταση του «πνεύματος» των υπόλοιπων τεσσάρων στοιχείων:

Ζεστό Κρύο

Ξηρό φωτιά Γη

Υγρό αέρας νερό


Οι στωικοί εξέλιξαν την θεωρία αυτή περισσότερο και υποστήριξαν ότι το «πνεύμα» είναι μείγμα της φωτιάς και του αέρα. Γιαυτό και τα δύο αυτά στοιχεία θεωρήθηκαν «πνευματικά» ή «ενεργά», ενώ τα υπόλοιπα δύο στοιχεία, η γη και το νερό θεωρήθηκαν «αδρανή».

Από κει και ύστερα η θεωρία διαδόθηκε και έγινε αποδεκτή, παραμένοντας όπως ήταν και επικράτησε για πολλούς αιώνες, μέχρι τον μεσαίωνα. Και σήμερα όμως συνεχίζει να είναι έδαφος μελέτης της φιλοσοφίας τουλάχιστον για εκείνους που ασχολούνται με την Ελληνική φιλοσοφία, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, των Πυθαγορείων, αλλά και τον εσωτερισμό, τον αποκρυφισμό κ.α.

Με τις εκστρατείες του Μεγαλέξανδρου τα ελληνικά γράμματα εξαπλώθηκαν. Ο Πτολεμαίος, διάδοχος του Αλέξανδρου στην Αλεξάνδρεια, έκτισε έναν ναό γραμμάτων για τις μούσες, το «Μουσείο», ένα ίδρυμα που σήμερα θα το λέγανε Πανεπιστήμιο.

Το Μουσείο αυτό, στο οποίο υπήρχε η περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, έγινε φημισμένο κέντρο μόρφωσης και γραμμάτων. Στον τόπο αυτό συνδυάστηκε η ελληνική φιλοσοφία με τις αιγυπτιακές γνώσεις περί της εφαρμογής της χημείας.

Στην αρχαία Αίγυπτο η εφαρμογή της χημείας είχε καθαρά θρησκευτικό υπόβαθρο (π.χ. ταρίχευση των φαραώ), πράγμα που επηρέασε την ροή της θεωρίας των τεσσάρων στοιχείων.

Αφενός η θεωρία αυτή πήρε ένα είδος θεολογικού χαρακτήρα, αφετέρου η θεωρία έγινε «εσωτερική», δηλαδή «μυστική» και άρχισε να γίνεται επίτηδες ακατανόητη για τους μη μυημένους.

Όταν οι Άραβες το 641 μ.Χ. κατέλαβαν την Αίγυπτο, θεσπίστηκαν την θεωρία των τεσσάρων στοιχείων και άρχισαν να την μελετούν με ενδιαφέρον. Τον τομέα αυτόν τον ονόμασαν «Αλ-Κιμία», δηλαδή «χημεία».

Όταν οι Ευρωπαίοι με τις σταυροφορίες του 12ου και 13ου αιώνα ήρθαν σε επαφή με τους Άραβες, η αλχημεία μεταδόθηκε και στην Ευρώπη, όπου οι λεγόμενοι αλχημιστές την μελέτησαν και την επεξεργάστηκαν με ενδιαφέρον.

Ο Παράκελσος τον 16ο αι. εξέφρασε την πεποίθηση, ότι τα τέσσερα στοιχεία έχουν σχέση με τα στοιχειακά, που τα διαχώρισε σε στοιχειακά της γης, του νερού, του αέρα και της φωτιάς.

Επίσης η θεωρία των τεσσάρων στοιχείων θεσπίστηκε και από τους αστρολόγους, οι οποίοι κατέταξαν τα ζώδια σύμφωνα με τα τέσσερα στοιχεία. Συνολικά έχουμε λοιπόν τις εξής σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων στοιχείων και των διαφόρων


Το είδαμε εδώ